Encyclopedia

amateur

(= ερασιτέχνης), από το λατινικό amo (= αγαπώ), όπως το κύριο όνομα Amy (= αγαπημένη), της ρίζας ama- / h2emh3 (= κρατώ, εννοείται το χέρι). πιθανώς ↔ ομνύω. Μια άλλη…

ambient

(= του περιβάλλοντος), από τα λατινικά ambio (= τριγυρίζω), από ambo (= αμφί) + ire (= ρηματικός τύπος του eo = πηγαίνω), του είμι, επίσης πηγαίνω, της ρίζας ei-, ↔…

ambit

(= έκταση, πεδίο εφαρμογής), από τα λατινικά ambio (= τριγυρίζω), από ambo (= αμφί) + ire (= ρηματικός τύπος του eo = πηγαίνω), του είμι, επίσης πηγαίνω, της ρίζας ei-,…

ambition

(= φιλοδοξία) από τα λατινικά ambio (= τριγυρίζω), από ambo (= αμφί) + ire (= ρηματικός τύπος του eo = πηγαίνω), του είμι, βλ ambient

ambivalence

(= αμφιθυμία, αναποφασιστικότης), από αμφί + το λατινικό valeo (= είμαι ισχυρός), της ρίζας wal-, ↔ Βαλέριος, Βλαδίμηρος, Ιζόλδη, θαλέω / θάλλω.