Encyclopedia

ancestor

(= πρόγονος), από το λατινικό antecedo, ante (= αντί) + cedo (= κινούμαι), από τις ρίζες ke- (= εδώ) και sed- (του κάθομαι, sedeo), ↔ οδός.

ancillary

(= βοηθητικός), από τις λατινικές ancilla (= υπηρέτρια), anculus (= υπηρέτης), από ambi (= αμφί) + colo (= κατοικώ), της ρίζας kwel-1 (= περιστρέφω), ↔ κύκλος, πολέω, wheel, culture.

android

(= ανδροειδές), προτού γίνει γνωστή από τα κινητά τηλέφωνα, υπήρξε λέξη του 1837 για αυτόματο που μιμείται ανθρώπινες κινήσεις, της ρίζας ner-2 (= ανήρ) + είδος.

angary

(= δικαίωμα κατάσχεσης ή καταστροφής), αναφέρεται σε εμπόλεμο προς ουδέτερο κράτος, ↔ αγγαρεία, περσικής προελευσης.

anger

(= θυμός), από το άγχος (άγχω = πιέζω σφιχτά, στραγγαλίζω), άγχι = κοντά, ↔ αγχόνη, άχνυμαι / άχος (λυπάμαι / πόνος ψυχής), της ρίζας angh- / h2engh- (= στενός, πιέζω).