Encyclopedia

hadron

(= αδρόνιο, πυρηνικό σωματίδιο), από το αδρός, λέξη δασυνόμενη της ρίζας sa- / sat- (σημαίνει κορεσμό), ↔ saturate, σάττω (φορτώνω), άδην (επαρκώς), αδηφάγος.

horror

(= τρόμος), με αρχική σημασία την όρθια σκληρή τρίχα, της ρίζας ghers-, από τα λατινικά horreo (= φρικιώ), hordeum (= κριθάρι), eris (= σκαντζόχοιρος). Πιθανά συγγενή το όρνυμι (διεγείρω, σηκώνομαι),…

hostess

(= συνοδός, αρχικά η ιδιοκτήτρια πανδοχείου), από το λατινικό hostis (= ξένος), της ρίζας ghos-ti- (= ξένος), ↔ γερμανικό Gast (= φιλοξενούμενος). το επίθημα -ess είναι για το θηλυκό γένος,…