Encyclopedia

part

(= τμήμα), από το λατινικό pars, partis (= μέρος, τμήμα), της ρίζας pere-1 (= παράγω) ή pere-2 (= παρέχω), ↔ πέπρωται. εναλλακτικά από το πέρνημι (πουλώ), ↔ πόρνη, πόρος. Αναφέρεται…