Encyclopedia

queue

(= ουρά), από το cado (= πίπτω), της ρίζας kh2d-, συγγενούς με εκείνη του caedo (= κόβω, φονεύω), ↔ καίνω, κτείνω (φονεύω) ή του κεάζω (συντρίβω).