Encyclopedia

quick

(= γρήγορος, ζωντανός), της ρίζας για βίος, ζωή που αποδίδεται ως gwei- / gwiye- / gwih3-. εναλλακτικά από το ωκύς (οξύς, ταχύς).

quiver

της ρίζας για βίος, ζωή που αποδίδεται ως gwei- / gwiye- / gwih3-. εναλλακτικά από το ωκύς (οξύς, ταχύς). βλ. και quick