Encyclopedia

saturate

(= προκαλώ κορεσμό, χορταίνω), από το λατινικό satis (= αρκετός), της ρίζας sa- (= ικανοποιώ) ή της ρίζας seh2- (= ικανοποιώ), ↔ άω / αδέω (πνέω, είμαι χορτασμένος), αδηφάγος, άδην…