Encyclopedia

Waddle

(= περπατώ, προχωρώ), από το λατινικό vado (= βαδίζω). Τα σύγρονα λεξικά, σε αντίθεση με παλαιότερα, δεν αναφέρουν την οφθαλμοφανή συγγένεια των vado και βαδίζω, ↔ βαίνω, βαθμός.

wade

(= περπατώ, προχωρώ), από το λατινικό vado (= βαδίζω). Τα σύγρονα λεξικά, σε αντίθεση με παλαιότερα, δεν αναφέρουν την οφθαλμοφανή συγγένεια των vado και βαδίζω, ↔ βαίνω, βαθμός. επίσης: waddle.

walk

(= περπατώ), λέξη που προέκυψε από δύο γερμανικά ρήματα: της ρίζας welk- (= έλκω), ↔ αύλαξ, αλυσίδα + της ρίζας wel-3 (= στρέφω), βλ. wall.