H

  • Habilitate (= πληρώ τις προϋποθέσεις),
    από το λατινικό habeo (= έχω). Γνωστή είναι στους πανεπιστημιακούς η γερμανική λέξη Ηabilitation που ισχύει και σε μερικά μη γερμανικά πανεπιστήμια, για την απόκτηση του τίτλου του υφηγητή (κατάλληλος για καθηγητής).
  • hacienda (= φάρμα),
    ισπανική λέξη από τη facienda (= πράγματα που πρέπει να γίνουν), του facio.
  • hadron (= αδρόνιο, πυρηνικό σωματίδιο),
    από το αδρός, λέξη δασυνόμενη της ρίζας sa- / sat- (σημαίνει κορεσμό), ↔ saturate, σάττω (φορτώνω), άδην (επαρκώς), αδηφάγος.
  • haft (= λαβή),
    από capio (= αρπάζω), κάπτω (καταβροχθίζω).
  • hail. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «χαλάζι», ↔ κόχληξ (στρογγυλό χαλίκι). η δεύτερη σημαίνει «χαιρετώ» και είναι επίσης επιφώνημα, συγγενής με hale, health.
  • hale (= υγιής),
    της ρίζας kailo- (= ευοίωνος), ↔ health (= υγεία), holy (= ιερός), whole (= ολόκληρος), όλος.
  • halitosis (= κακοσμία στόματος),
    από το λατινικό halitus (= αναπνοή), από halo (= αναπνέω), ↔ άω (φυσώ).
  • hall (= χολ, αρχικά στεγασμένος χώρος),
    της ρίζας kel- που δηλώνει κάλυψη, ↔ κελλί, κέλυφος, κολεός, coleoptera, cell.
  • hallow (= ιερό πρόσωπο),
    όπως το hale, της ρίζας kailo- (= ευοίωνος). Από εδώ προήλθε η αμερικανική γιορτή του Halloween, σκοτσέζικης καταγωγής.
  • halo (= άλως),
    ↔ αλώνιον.
  • halt (= τέρμα, στοπ, αλτ, αμφιταλαντεύομαι),
    γερμανικής προέλευσης, της ρίζας kel- / keld- (= κόβω), ↔ κολοβός, κόλουρος.
  • halter (= εξώπλατο ρούχο, καπίστρι),
    από το αρχαίο άλλομαι (πηδώ), στα λατινικά saltio.
  • ham (= ζαμπόν),
    της ρίζας kone-mo- (= κνήμη).
  • hamlet (= κώμη),
    ομόρριζα, της ρίζας tkei- (= κατοικώ), από την οποία με μετάθεση προκύπτει το κτίζω.
  • hammer (= σφυρί),
    ↔ άκμων, όπου η ρίζα ακ- μετατράπηκε σε κα-.
  • hangar (= υπόστεγο),
    όπως το hamlet.
  • haptics (= απτικές αλληλεπιδράσεις),
    από το άπτω (= συνάπτω, ανάβω), της ρίζας ap-, ↔ apical, apse, synapse.
  • harangue (= κατσαδιάζω),
    της ρίζας koro- (= πόλεμος), ↔ harry (= πολεμώ), κοίρανος, τύραννος.
  • harass (= παρενοχλώ),
    της ρίζας ko- (= εκείνος), ↔ he, here, hither, it και η λατινική cis.
  • harbor (= λιμάνι). Σύνθετη λέξη από harry (βλ. harangue) + τη ρίζα bhergh-1
    (= κρύβω), βλ. bury.
  • hard (= σκληρός, δύσκολος),
    ↔ κάρυον, κράτος (δύναμη), καρτερία, της ρίζας kar- (= σκληρός).
  • harness (= τιθασεύω, εξάρτυση),
    σύνθετη λέξη από τις παλιές νορβηγικές herr (= στρατός), συγγενής του harry (= πολεμώ), ↔ κοίρανος, + nest (= προμήθειες για ταξίδι), από το αρχαίο νέομαι (επιστρέφω) που έχει επιβιώσει στα νόστος, νοσταλγία. Η κατάληξη -ness σε άλλες λέξεις, για να δείξει ποιότητα, κατάσταση κ.α., είναι γερμανικής προέλευσης και δεν έχει σχέση με εκείνη της harness. Οι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι η κατάληξη έχει συγγένεια με την -tude (π.χ. multitude), από τη λατινική -udo.
  • harpy (= Άρπυια),
    από άρπη (αρπακτικό πτηνό), αρπάζω / ερέπτομαι.
  • hart (= αρσενικό ελάφι),
    της ρίζας ker-1 (= κέρας), ↔ κάρνον, cranium.
  • haruspex (= ιεροσκόπος, μάντης εντοσθίων),
    αυτούσια η λατινική, σύνθετη λέξη: της ρίζας ghere- (= έντερο), ↔ χορδή, χολάς (= έντερο) + specio (= παρατηρώ), ↔ σκοπώ.
  • hash (= τεμαχίζω),
    από το γαλλικό hashe (= μπαλτάς), πιθανώς της ρίζας kop- / (s)kep- (= κόπτω), ↔ κοπίς, σκεπάρνι.
  • hatchet (= μικρό τσεκούρι),
    από το hash.
  • hate (= μισώ),
    της ρίζας kad- (= θλίβομαι), ↔ κήδω (ενοχλώ), κήδομαι (φροντίζω), κηδεία.
  • hatred (= μίσος),
    σύνθετη λέξη, από hate, με δεύτερο συστατικό της ρίζας re- (= υπολογίζω), ↔ αριθμός. Η κατάληξη -red δηλώνει είτε διάθεση είτε αριθμό, όπως στα kindred, hundred.
  • haul (= σέρνω, ρυμουλκώ, ψαριά),
    από health, της ρίζας kailo- (= ευοίωνος), ↔ whole (= ολόκληρος, που έλαβε το w για να διαφοροποιηθεί από την οπή, hole), όλος, εξού και το επίθετο holistic. Συναφής είναι η λέξη hale (= υγιής), που έχει επίσης τη σημασία του «έλκω», οπότε ετυμολογείται από τη ρίζα kele- (= φωνάζω), ↔ καλώ.
  • haunt (= στοιχειώνω, στέκι),
    της ρίζας tke- / tkei- (= κείμαι, κατοικώ). με μετάθεση προκύπτει το κτίζω.
  • have (= έχω),
    της ρίζας kap- (= καταπίνω, αρπάζω) του κάπτω, ↔ κουπί (κώπη, αρχικά η λαβή ξίφους). Παρά τη φωνητική και σημασιολογική ομοιότητα, δεν έχει σχέση με το habeo (= έχω), της ρίζας ghabh- (= δίνω, δέχομαι).
  • haven (= λιμάνι, καταφύγιο),
    της ρίζας kap- (= αρπάζω, κάπτω), διά της γερμανικής οδού, με παράγωγο το στοιχείο χάφνιο, από την Κοπεγχάγη, Copenhagen.
  • hawk (= γεράκι),
    της ρίζας kap-, όπως το have.
  • hay (= σανός),
    γερμανικής προέλευσης, σχετίζεται με το λατινικό cudo (= χτυπώ) και το αρχαίο κύδος (πολεμική δόξα), της ρίζας kau- / kewh2-.
  • hazard (= κίνδυνος, απειλή),
    από το ισπανικό azar, από το ιρανικό zar (= ζάρι), στα γαλλικά hasard (= τύχη).
  • hazel (= φουντουκιά),
    της ρίζας koselo-, στα λατινικά corulus, ο αρχαίος κόρυλος.
  • he (= αυτός),
    της ρίζας ko- (= εκείνος).
  • hear (= ακούω),
    ομόρριζα. η ελληνική από το αθροιστικό / συνδετικό α- και κοέω / κοώ (αντιλαμβάνομαι), της ρίζας kous- (= ακούω) ή (s)keu- (= παρατηρώ).
  • hearth (= τζάκι),
    της ρίζας ker-3 ή kre-3 (= καίω), ↔ carbon (= άνθρακας), καρμπόν, κάρβουνο, κρεματόριο.
  • heat (= θερμότης),
    της ρίζας kai- (= θερμαίνω), όπως το καίω.
  • heave (= σηκώνω),
    από τα capio (= αρπάζω), κάπτω (καταβροχθίζω), της ρίζας kap-.
  • heavy (= βαρύς),
    όπως το heave.
  • hectic (= πυρετώδης),
    εκτικός, από έξις (συνήθεια) του έχω, της ρίζας segh-. Η ρίζα είναι συγγενής με τη ρίζα wegh- (= πηγαίνω), ↔ όχος (άμαξα), ούτως ώστε το δεύτερο συνθετικό του ηνίοχου μπορεί να προέρχεται από τη μια ή την άλλη ρίζα.
  • hector (= κομπάζω, λυσσομανώ),
    από τον Έκτορα, από το έχω.
  • hedonic (= ηδονικός),
    από το αρχαίο ήδομαι (ευχαριστιέμαι), από ηδύς.
  • hefty (= βαρύς, ισχυρός),
    της ρίζας kap- (= κάπτω).
  • heifer (= δαμάλι),
    από το λατινικό paro (= παράγω, ετοιμάζω), της ρίζας pere-1 (= παράγω), ↔ πόρις / πόρις (δαμάλι).
  • heinous (= μισητός, αποτρόπαιος),
    όπως το hate.
  • heir (= κληρονόμος),
    της ρίζας ghe- (= αφήνω), ↔ χορός.
  • hell (= κόλαση, κατά λέξη «καλυμμένο μέρος»),
    όπως το hall.
  • helm. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «πηδάλιο πλοίου», από τον σκαλμό του σκάλλω ή της ρίζας kelp- (= κρατώ). η δεύτερη και το υποκοριστικό της, helmet, σημαίνουν «κράνος», όπως το hall.
  • helve (= λαβή),
    της ρίζας kelp- (= κρατώ), ↔ καλύπτω, κολεός.
  • hemeralopia (= ημεραλωπία),
    από ημέρα / ήμαρ, ↔ summer, + αλαός (τυφλός, από α-+ λάω = βλέπω), + ρίζα op- (= βλέπω).
  • hemp (= κάνναβη),
    λέξεις ομόρριζες, όπως και η γερμανική Κhanapiz.
  • hen (= κότα),
    της ρίζας kan- (= τραγουδώ) τoυ cano, της καντάδας, ↔ καναχή (η φωνή του πετεινού = ηικανός). Από το πρώτο συνθετικό της καναχής προήλθε το κανακεύω, ενώ από το δεύτερο (ήχος), το χάδι.
  • hence (= άρα),
    της ρίζας ko- (= εκείνος).
  • henchman (= βασιλικός ακόλουθος). Το πρώτο συστατικό είναι από το γερμανικό Hengst
    (= αρσενικό άλογο, επιβήτορας), της ρίζας kenku- (= αναβλύζω), ↔ κηκίω (αναβλύζω), κηκίς.
  • here (= εδώ),
    της ρίζας ko- (= εκείνος).
  • heritage (= κληρονομιά),
    της ρίζας ghe- (= κενός), ↔ heir (= κληρονόμος), χήρα.
  • hermetic (= ερμητικός),
    από τον Ερμή, από το είρω (λέγω), ↔ διερμηνέας. Λιγότερο πειστική είναι η εκδοχή από το έρμα του ερείδομαι (στηρίζω).
  • heroine (= ηρωίνη),
    της ρίζας ser-1 (= προστατεύω), του ήρωα, hero.
  • hesitate (= διστάζω),
    από το haereo (= κολλώ), μετοχή haesus, βλ. adhere.
  • hest (= διαταγή),
    όπως το incite.
  • hew (= λαξεύω, κομματιάζω),
    όπως το hay, της ρίζας kau- / kewh2.
  • hiatus (= χάσμα),
    όμοιο με το λατινικό, όπως το gap.
  • hibernate (= διατελώ σε χειμερία νάρκη),
    από hibernus / hiems, από χείμα (χειμώνας), ↔ χιόνι, χείμαρρος, χίμαιρα.
  • hidalgo (= ευγενής),
    ισπανική λέξη από fidalgo, από την έκφραση filho de algo (= γιός κάποιου), από τα λατινικά filius (= υιός), βλ. filial, + algus, της ρίζας kwo- (= οποίος), με παράγωγα όπως who, when, quality, query.
  • hideous (= βδελυρός),
    από διάφορες γαλλικές λέξεις χωρίς τη μεσολάβηση λατινικών, της ρίζας h2egh- (= τρομάζω), ↔ αχύω / άχνυμι (λυπούμαι).
  • hiemal (= χειμερινός),
    από το χείμα (χειμώνας), της ρίζας gheim- (= χειμώνας), ↔ Ιμαλάια, χίμαιρα (αρχική σημασία «θηλυκό κατσικάκι ενός έτους»).
  • hilarious (= ιλαρός, εύθυμος),
    από το λατινικό hilarius, από τα ίλεος / ίλαος (πράος), ιλάσκομαι (κατευνάζω), ίλημι (είμαι ευμενής). Από εδώ είναι το ανδρικό κύριο όνομα Hilary, όχι όμως και το γυναικείο που προήλθε από την Ευλαλία.
  • hill (= λόφος),
    της ρίζας kel- που έδωσε τον κολωνό (ύψωμα).
  • hind (= ελαφίνα),
    η αρχαία κεμάς, της ρίζας kem- (= χωρίς κέρατα). Το επίθετο hind (= οπίσθιος) είναι γερμανικής προέλευσης.
  • hip (= ισχίο, γοφός),
    από ρίζα του ίππου ή του κύβου.
  • hippocrepian (= πεταλοειδής),
    ακραιφνώς ελληνική λέξη, από ίππος + κρηπίς (μπότα).
  • hirsutism (= δασυτριχισμός),
    από το λατινικό hirsutus (= μαλλιαρός), ↔ horror.
  • history (= ιστορία),
    της ρίζας weid- του ορώ, από τον τύπο είδον, από όπου προέρχονται οι λέξεις ίστωρ (= ειδήμων), είδω (εμφανίζομαι), είδος, είδωλο, είδηση, ιδέα, Άδης, καθώς και το βίντεο (video = είδω = βλέπω).
  • hither (= εκεί),
    της ρίζας ko- (= εκείνος), όπως το harass.
  • hive (= κυψέλη),
    ομόρριζα, της ρίζας keup-, όπως το κύπελλο.
  • hoard (= θησαυρός),
    της ρίζας (s)keu- (= καλύπτω), ↔ κύτος.
  • hold (= κρατώ, αμπάρι),
    από το λατινικό celer (= ταχύς), της ρίζας kel-1 (= καλύπτω), ↔ celerity accelerate, κέλλω (οδηγώ), ελαύνω, κελεύω, κέλευθος (δρόμος), κέλης (αρσενικό άλογο ιπποδρομιών και λέμβος αγωνιστική), βουκόλος. Συγγενές είναι το γερμανικό ρήμα halten (= σταματώ), από όπου προήλθε το επιφώνημα αλτ.
  • hole (= τρύπα),
    όπως το hall.
  • hollow (= κοίλος, τρύπιος),
    όπως το hall.
  • holmium (= όλμιο),
    σπάνιο μέταλλο, από την παλιά ονομασία της Στοκχόλμης, Holmia, της ρίζας kel-1 (= καλύπτω). Η λέξη holm σημαίνει «νησάκι σε ποταμό».
  • holster (= θήκη πιστολιού),
    όπως το hall.
  • holt (= μικρό δάσος),
    της ρίζας kldo- (=χτυπώ, κόβω) του κλάδου, συγγενούς της kel-1 (= καλύπτω), ↔ κλάω, κλάσμα και το γερμανικό ξύλο, Holz. Στα αγγλικά ο κλάδος, clade, υπάρχει ως βιολογικός όρος.
  • homage (= φόρος τιμής),
    της ρίζας dhghem- για τη γη, βλ. human.
  • homicide (= ανθρωποκτονία),
    σύνθετη λέξη από τον άνθρωπο, βλ. human, + caedo (= φονεύω).
  • hone (= οξύνω),
    της ρίζας ko-, πιθανώς συγγενής της ακόνης, βλ. whetstone.
  • honey (= μέλι),
    πιθανώς από το αρχαίο φυτό κνήκος, άλλως ατρακτυλίς. κνηκός ήταν το κίτρινο χρώμα των σπόρων του που χρησιμοποιούνταν στη βαφική.
  • honor (= τιμή, εξαργυρώνω),
    από τη λατινική honor, πιθανώς από το αρχαίο ονόνυμι (ευεργετώ). Η αγγλοποιημένη λέξη honoraria είναι η τιμητική αμοιβή, συνήθης στους ακαδημαϊκούς κύκλους για διαλέξεις ή συγγραφικά δικαιώματα. Ωστόσο το λατινικό honorarium σήμαινε τη δωροδοκία για την κατάληψη κάποιας δημόσιας θέσης!
  • hopeful (= ελπιδοφόρος),
    της ρίζας kwep- (= καπνίζω, κοχλάζω), όπως το covet. Το επίθημα -ful είναι από το full (= γεμάτος), της ρίζας pele-1(= πλήρης).
  • hors d’ oeuvre (= ορντέβρ, σε ελεύθερη μετάφραση, «έξω από το έργο, το συνηθισμένο»),
    αυτούσια η γαλλική επιρρηματική έκφραση, διεθνοποιημένη ως ουσιαστικό, απο hors (= έξω), της ρίζας dhwer- (= θύρα), ↔ door, foreign. το oeuvre (= έργο) είναι της ρίζας op-, ↔ όπερα.
  • hormone (= ορμόνη),
    συγγενής με αιρέω (αφαιρώ), ορμώ, όρνυμι (κινώ), ρώομαι (εφορμώ), ↔ ρώμη, ερέθω (ερεθίζω), της ρίζας er- (= κινώ).
  • hornblende. Πρόκειται για πυριτικό ορυκτό διαφόρων μετάλλων που έχει αποδοθεί ως κεροστίλβη. Σύνθετη λέξη από τις ρίζες ker-1 (= κέρας) + bhel-1
    (= λάμπω, καίω), ↔ φλέγω. ο δεύτερος όρος προήλθε από το γερμανικό blenden (= εξαπατώ) λόγω της μεταλλικής λάμψης του ορυκτού που ξεγελά ότι είναι μετάλλευμα.
  • hornet (= σφήκα),
    από το horn (= κέρας), ομόρριζα.
  • horror (= τρόμος),
    με αρχική σημασία την όρθια σκληρή τρίχα, της ρίζας ghers-, από τα λατινικά horreo (= φρικιώ), hordeum (= κριθάρι), eris (= σκαντζόχοιρος). Πιθανά συγγενή το όρνυμι (διεγείρω, σηκώνομαι), χέρσος, ορρωδέω (τρέμω).
  • hortatory (= προτρεπτικός),
    από το λατινικό hortatus, μετοχή του hortor (απαρέμφατο hortari (= ενθαρρύνω), της ρίζας gher-2 (= αρέσκομαι, έλλειψη), ↔ χαίρω, χράω (πολλαπλών σημασιών).
  • hospodar (= οσποδάρος, ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας),
    σύνθετη λέξη με πρώτο συνθετικό το host και δεύτερο από το poti- (= πόσις, δυνατός), ↔ δεσπότης.
  • hostage (= όμηρος),
    από το λατινικό hostis (= ξένος), ομόρριζα, της ρίζας ghos-ti- (= ξένος). Πρόκειται για μια ελάχιστα αναμενόμενη ετυμολογική σχέση που επιπλέον χαρακτηρίζεται από τον διττό χαρακτήρα του ξένου που μπορεί να είναι φίλος ή εχθρός.
  • hostess (= συνοδός, αρχικά η ιδιοκτήτρια πανδοχείου),
    από το λατινικό hostis (= ξένος), της ρίζας ghos-ti- (= ξένος), ↔ γερμανικό Gast (= φιλοξενούμενος). το επίθημα -ess είναι για το θηλυκό γένος, κατ’ αναλογία του -ισσα.
  • hostie (= εχθρικός),
    όπως το hostage.
  • hot (= θερμός),
    της ρίζας kai- (= θερμαίνω), όπως το καίω.
  • hound (= σκύλος),
    ομόρριζα, της ρίζας kwon-, ↔ canis / κύων.
  • hour (= ώρα),
    ομόρριζα, της ρίζας yer- (= year, χρόνος).
  • house (= σπίτι),
    της ρίζας (s)keu- / (s)kew- (= καλύπτω), διά της γερμανικής οδού, ↔ σκύλος, κύτος, κύτταρο, κύστις.
  • howl (= ουρλιάζω),
    από τα υλάω, υλακή.
  • hub (= επίκεντρο, κυκλικό εξόγκωμα, π.χ. στον άξονα τροχού),
    ↔ ύβος (καμπούρα).
  • hubris (= ύβρις),
    σύνθετη λεξη από το σανσκριτικό ud (= έξω), ↔ ύστερος + τη ρίζα βρι- των βριαρός (ισχυρός), βαρύς. Άλλες εκδοχές πιθανολογούν σχέση με το υπέρ ή από την αρχαία βρίμη (οργή).
  • huddle (= συγκεντρώνομαι),
    της ρίζας (s)keu- (= καλύπτω), ↔ κύτος.
  • hulk (= γρήγορο πλοίο),
    η αρχαία ολκάς, που ήταν εμπορικό ρυμουλκούμενο, από το έλκω.
  • hull (= φλούδα σπερμάτων, ξεφλουδίζω),
    της ρίζας kel-1 (= καλύπτω), όπως τα hall, κέλυφος. Η καρίνα των πλοίων, επίσης hull, είναι άλλη λέξη.
  • human (= ανθρώπινος),
    της ρίζας dhghem- για τη γη, από humus (= γη), ↔ χθων, χαμαί, χαμαίμηλον, χαμαιλέων, της ρίζας dhghem- (= γη). Είναι αξιοσημείωτο ότι στα εβραϊκά ο άνθρωπος (adam) και το έδαφος (adamah), έχουν κοινή καταβολή.
  • humane (= ανθρωπιστικός),
    όπως το human.
  • humble (= ταπεινός),
    όπως το human.
  • humectant (= υγραντικό),
    από τα λατινικά umidus (= υγρός) και umeo (= είμαι υγρός), ↔ χυμός, υγρός, της ρίζας uhrmo-.
  • humid (= υγρός),
    όπως το humectant.
  • humiliation (= εξευτελισμός),
    από το λατινικό humilis (= χαμηλός, χθαμαλός), ↔ humus (= χώμα), χαμαί, χθόνιος.
  • humongous (= τεράστιος),
    από huge (άγνωσης ετυμολογίας) + enormous. Με αυτό το επίθετο χαρακτηρίζεται, όχι επιστημονικά, ένα μανιτάρι των ΗΠΑ που καταλαμβάνει έκταση 8 τετραγωνικών χιλιομέτρων!
  • humor (= χιούμορ, κάνω τη χάρη),
    ↔ υγρός, μέσω του λατινικού uvidus (= υγρός). δεν έχει σχέση με τον χυμό.
  • hunger (= πεινώ, πείνα),
    της ρίζας kenk- (= πεινώ, διψώ), ↔ κάγκανος (κατάξερος), από το καίω.
  • hurdle (= εμπόδιο) αρχική σημασία «πλέγμα από κλαδιά», της ρίζας kert-
    (= πλέκω), ↔ κυρτός, κάρταλος (καλάθι).
  • husbandry (= κτηνοτροφία),
    σύνθετη λέξη από house (= οικία) + ρίζα bheue- (= υπάρχω).
  • hussar (= ουσάρος),
    της ρίζας kers- (= τρέχω), από σερβική λέξη μέσω ουγγρικών και γερμανικών για τον κουρσάρo, corsair, ↔ cursor, course, κάρο.
  • hut (= καλύβα),
    της ρίζας (s)keu (= καλύπτω), ↔ κύτος, κεύθω (κρύβω), σκύνιον (φρύδι).
  • Hyades (= Υάδες),
    ο αστερισμός που φέρνει βροχή, από το ύει (βρέχει).
  • hybrid (= υβρίδιο),
    όπως το hubris. Η αρχαία ύβρις είναι δύο λέξεις: ύβρις, ύβριδος (μπάσταρδος) και ύβρις, ύβρεως (υπερηφάνεια, προσβολή των θεών), από το υπέρ.
  • hygiene (= υγιεινή),
    της ρίζας aiw- (= αιωνιότης, ζωτική δύναμη) που φέρεται με άλλες πέντε παραλλαγές, ↔ αιών, eon, υγιής.
  • hymn (= ύμνος),
    από το αρχαίο ύδω (τραγουδώ).
  • hype (= παραπλανητική διαφήμιση),
    από την υπερβολή.
  • hypertelorism (= υπερτηλορισμός),
    από υπέρ + τήλε, παθολογική κατάσταση όπου οι οφθαλμοί απέχουν μεταξύ τους περισσότερο του κανονικού. Το επίρρημα τήλε και το επίθετο παλαιός, με πληθώρα όρων, είναι ομόρριζα, της ρίζας kwel-2 (= μακράν).
  • hysterical (= υστερικός),
    από την υστέρα (μήτρα).
No Comments