Η

  • Ήδομαι = ευχαριστιέμαι ↔ hedonic
  • ηθέω = διυλίζω ↔ sprout
  • ηθμός = στραγγιστήρι ↔ sprout
  • ηίθεος = άγαμος νέος ↔ widow
  • ηικανός = πετεινός ↔ charm
  • ήκα = ησύχως ↔ sag (πιθανώς)
  • ηλέκτωρ = ακτινοβόλος ↔ electricity
  • ήλιξ = ομήλικος ↔ retaliate
  • ήμα = κάτι που ρίχνεται ↔ semen
  • ημί = ομιλώ ↔ enigma
  • ηπίολος = νυχτοπεταλούδα ↔ pavilion
  • ήρι = νωρίς ↔ early
No Comments