I

  • Iceberg (= παγόβουνο),
    σύνθετη λέξη από δύο γερμανικές, τον πάγο (Eis), άγνωστης ετυμολογίας, και το βουνό (Berg), της ρίζας bhergh-2 (= υψηλός), ↔ πύργος.
  • ictus (= χτύπημα, αποπληξία),
    από ico / ίκω (= πλήττω), της ρίζας ye- του ίημι, ↔ αιχμή, ικέτης.
  • ideal (= ιδανικός),
    της ρίζας weid- του ορώ, από τον τύπο είδον, βλ. history.
  • identity (= ταυτότης),
    από τη λατινική αντωνυμία id (= αυτό). το αρσενικό και θηλυκό είναι is, ea, της ρίζας éy- / h1e- που έχει δώσει τα ος, οίος, όσος, ένθα.
  • idol (= είδωλο),
    της ρίζας weid- (= βλέπω), των video (= είδω = βλέπω).
  • idyll (= ειδύλλιο),
    όπως το idol.
  • ignition (= καύση),
    από το λατινικό ignis (= πυρ), ↔ ικνός / ιπνός (κάμινος). Στα σανσκριτικά το πυρ προφέρεται agni και, ίσως συμπτωματικά, έχει σχέση με τον εξαγνισμό της φωτιάς.
  • ignoble (= άτιμος),
    της ρίζας gno- του γιγνώσκω.
  • ignominious (= ατιμωτικός),
    από in + gnomen (= nomen = όνομα), ↔ γνώμα (σημείο, τεκμήριο), των γιγνώσκω / γνωρίζω.
  • ignorance (= άγνοια),
    από in + gnosco (= γιγνώσκω), ↔ know.
  • ignoscency (= συγγνώμη),
    από το λατινικό ignosco (= συγχωρώ), από in + gnosco (= γνωρίζω).
  • ileum (= ειλεός),
    τμήμα του λεπτού εντέρου, από το ειλέω (περιτυλίγω).
  • illiterate (= αναλφάβητος),
    από literation (= αλφαβητισμός), από letter, ↔ διφθέρα.
  • illuminate (= φωτίζω),
    από in + lumen (= φως), της ρίζας leuk- (= λευκός).
  • illusion (= ψευδαίσθηση),
    όπως το ludicrous.
  • illustrate (= απεικονίζω, επεξηγώ),
    από in + luster (= λάμψη), από lux (= λύκη, φως), της ρίζας leuk- (= λευκός), ↔ lea.
  • illustration (= εικόνα, παράδειγμα),
    όπως το προηγούμενο.
  • illustrious (= ένδοξος),
    όπως το προηγούμενο.
  • imbibe (= πίνω, εμποτίζω),
    από bibo / πίνω, της ρίζας po(i)- (= πίνω), ↔ εμπίς, apiary.
  • Imbroglo (= χάος, εμπλοκή),
    από το λατινικό broglio που έδωσε το broil.
  • imbrue (= διαβρέχω),
    όπως το imbibe.
  • imbue (= εμποτίζω),
    από το imbuo, όπως το imbibe ή ομόρριζο του imbrico (= πλακοστρώνω), από τον όμβρο ή από το βύω (φουσκώνω), της ρίζας nebh- (= υγρός), ↔ νέφος, βύσμα.
  • immaculate (= άμωμος),
    από τα λατινικά maculatus (= στικτός), macula (= στίγμα), όχι «άγνωστης ετυμολογίας», αλλά της ρίζας smer-u- (= λιπαρός), ↔ μύρον, σμάω (σπογγίζω), smear.
  • immanent (= έμφυτος),
    της ρίζας men-3 (= μένω).
  • immarcescible (= αμάραντος),
    βλ. το αντίθετο, marcescent.
  • immediate (= άμεσος),
    από in + medium (= μέσος), ομόρριζα.
  • imminent (= επικείμενος),
    από τα λατινικά immineo (= αποκλίνω, βρίσκομαι κοντά), mina (= εξέχον σημείο), ↔ mountain (= βουνό), montage (= μοντάζ), μνα, της ρίζας men-2 (= προεξέχω).
  • immiscible (= μη αναμίξιμος),
    όπως miscible.
  • immoral (= ανήθικος),
    από mos, moris (= ήθος, χρήση, κανόνας), της ρίζας me- / mo- των μάω / μαίομαι (ποθώ / αναζητώ).
  • immune (= άνοσος),
    από το λατινικό immunis (= εξαιρούμενος από δημόσιες υπηρεσίες ή φόρους), από munus = (υπηρεσία, δουλειά), της ρίζας mey- / mei- (για ανταλλαγές), ↔ αμοιβάδα, αμείβω.
  • immunity (= ανοσία),
    όπως το immune.
  • imp (= διαβολάκι),
    από το λατινικό impotus (= μπόλι δέντρου), από έμφυτος, της ρίζας bheue- (= υπάρχω, φύω).
  • impale (= περιφράσσω),
    από το λατινικό palus (= πάλος, πάσαλος), της ρίζας pag- (= μπήγω), των πήγνυμι, πάγος, πακτώνω.
  • impanate (= πανάρω),
    από το λατινικό panis (= ψωμί), της ρίζας pa- (= προστατεύω), ↔ pastor, ποιμήν, πανάρισμα.
  • impartial (= αδέκαστος),
    όπως το departure.
  • impasto (= ιμπάστο),
    τεχνική της ζωγραφικής με πηχτά στρώματα χρωστικής, από την pasta, τη βυζαντινή παστή.
  • impeach (= εμποδίζω, κατηγορώ),
    από το λατινικό impedico, της ρίζας ped-, ↔ πους, εμποδίζω, impede.
  • impeccable (= άψογος),
    από τη λατινική λέξη pecco (= κάνω λάθος), αρχικά είχε προταθεί η προέλευση από pes, pedis (= πους, ποδός), αλλά πιθανότερη είναι της ρίζας pet- των πετώ, πίπτω.
  • impedance (= αντίσταση),
    από pes, pedis (= πους), ↔ pedestrian.
  • impede (= εμποδίζω),
    όπως το impedance.
  • impediment (= πρόβλημα, αναπηρία),
    όπως το impedance.
  • impel (= παρακινώ),
    από το λατινικό pello (= κτυπώ), της ρίζας pel- (= κτυπώ, ωθώ κ.α.), ↔ πλησιάζω, πάλλω.
  • imperative (= προστακτικός),
    από το λατινικό impero (= κυβερνώ, διατάζω), από paro (= παρέχω, ετοιμάζω, προμηθεύω), ↔ pario (= παράγω), προ, παρά, πείρω, της ρίζας per-.
  • imperator (= αυτοκράτορας),
    όπως το imperative.
  • imperial (= αυτοκρατορικός),
    όπως το imperative.
  • imperil (= διακινδυνεύω),
    από peril (= κίνδυνος), της ρίζας per-3 (= προσπαθώ), ↔ πείρα.
  • impertinent (= σχετικός),
    από per + ten(d)o (= τείνω).
  • impervious (= αδιαπέραστος),
    από via (= οδός), όπως το convey.
  • impetus (= ορμή),
    από in + peto (= αιτώ), της ρίζας pet- (= ορμώ, πετώ), ↔ πίπτω, ποταμός, πτέρυξ.
  • impinge (= θίγω, επηρεάζω),
    από τα λατινικά in + pango (= στερεώνω), της ρίζας pag- (= παγιώνω).
  • implement (= εφαρμόζω, εργαλείο),
    από impleo (= γεμίζω, έμπλεως), από πληρώ (γεμίζω), ↔ πλείων.
  • implicate (= εμπλέκω),
    από το λατινικό ρήμα plecto ή plico (= πλέκω).
  • implicit (= έμμεσος),
    όπως το implicate.
  • implore (= ικετεύω ),
    όπως το deplore.
  • important (= σημαντικός),
    από portus (= λιμάνι), από τον πόρο.
  • importune (= γίνομαι φορτικός),
    όπως το important.
  • impost (= φόρος),
    από in + pono (= θέτω).
  • impostor (= απατεώνας),
    όπως το impost.
  • impotent (= ανίκανος),
    από το αρχαίο πόσις (δυνατός, άντρας).
  • impound (= κατάσχω),
    από pound (= χτυπώ), από pondus (= βάρος), από pendo (= ζυγίζω, κρέμομαι).
  • impoverish (= εξαθλιώνω),
    από τα λατινικά pauper (= φτωχός), parvus (= μικρός, λίγος), ↔ παύρος.
  • impregnable (= απόρθητος),
    όπως το apprehend.
  • impregnate (= καθιστώ έγκυο, διαποτίζω),
    από in + praegno, από prae + gnasci (= γεννιέμαι), ↔ γένος.
  • imprest (= προκαταβολή),
    από praesto (= εφοδιάζω), από prae / προ + sto / ίστημι.
  • improve (= βελτιώνω),
    σχετίζεται με τα pride και prove.
  • improvise (= αυτοσχεδιάζω),
    από video (= είδω = βλέπω).
  • impudence (= αυθάδεια),
    από το λατινικό pudeo (= χτυπώ), της ρίζας paw-, ↔ pave (= στρώνω με λίθους), παίω (κτυπώ). Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει λέξη pudence (αζευγάρωτη λέξη).
  • impugn (= αμφισβητώ),
    από pugnus (= πυγμή), ομόρριζα.
  • impulse (= παρόρμηση),
    όπως το compulse.
  • impulsive (= αυθόρμητος),
    όπως το impulse.
  • impunity (= ατιμωρησία),
    της ρίζας kwei-1 (= πληρώνω), ↔ ποινή.
  • impute (= αποδίδω, καταλογίζω),
    από το λατινικό putο (= καθαρίζω), από purus, πυρ, βλ. όμως και input.
  • in-. Πρόκειται για πρόθεμα με δύο διαφορετικες σημασίες και ετυμολογίες: to πρώτο έχει αρνητική σημασία, όπως το νη, της ρίζας ne-, ενώ το δεύτερο σημαίνει «εντός», της ρίζας en-.
  • inadvertent (= ακούσιος),
    από το verto, ↔ ρατάνη (αναδευτήρας), της ρίζας wer-2 (= στρέφω).
  • inaudible (= ανήκουστος, αυτός που δεν ακούγεται),
    από audio (= ακούω), ↔ αισθάνομαι / αΐω (ακούω).
  • inaugural (= εναρκτήριος),
    από το αγγλικό και λατινικό augur (= οιωνός), ↔ augeo (= αυξάνω), της ρίζας aug-.
  • inauguration (= εγκαινίαση),
    όπως το inaugural.
  • inbred (= (έμφυτος, αιμομικτικός),
    της ρίζας bhre- (= καίω), ↔ φρέαρ, βρυτός (μπίρα).
  • incandescent (= πυρακτωμένος),
    της ρίζας kand- (= λάμπω), ↔ κάνδαρος (πυρακτωμένο κάρβουνο), κανδήλα.
  • incantation (= ξόρκι),
    από τα λατινικά in + cano (= τραγουδώ), όπως το accent.
  • incarceration (= φυλάκιση),
    από το λατινικό carcer (= φυλακή), της ρίζας kr-kr-, ↔ κίρκος, για το κυκλικό σχήμα, της ρίζας (s)ker- (= κόβω), ↔ σκαρίφημα.
  • incarnadine (= ερυθρός, σαρκόχρους),
    από το λατινικό caro, carnis (= σάρκα), της ρίζας ker- / sker-1 (= κόβω), ↔ κείρω, χόριον.
  • incarnate (= ενσαρκώνω),
    όπως το incarnadine.
  • incendiary (= εμπρηστής, εμπρηστικός),
    από το λατινικό candeo (= λάμπω), της ρίζας kand- (= λάμπω) που σχετίζεται με φως και θερμότητα, από την οποία προήλθαν ο κάνδαρος (ερυθροπυρωμένο ξυλοκάρβουνο) και η κανδήλα.
  • incense (= θυμίαμα, προκαλώ),
    όπως το incendiary.
  • incentive (= κίνητρο),
    από τα λατινικά in + cano, της ρίζας kan- που εμφανίζεται σε δύο αρχαίες ελληνικές λέξεις: εικανός (ηικανός, πουλί που κελαηδεί στο χάραμα, ο πετεινός) και καναχέω (από τον ήχο των συγκρουόμενων χάλκινων όπλων). Εναλλακτικά έχει προταθεί το χαίνω (μέλλων χανώ), από το άνοιγμα του στόματος κατά το τραγούδισμα.
  • inception (= έναρξη),
    από capio (= αρπάζω), κάπτω (καταβροχθίζω).
  • incessant (= αδιάλειπτος),
    από το λατινικό cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • incest (= αιμομιξία),
    από castus (= αγνός), της ρίζας kes-, όπως το chaste.
  • incident (= περιστατικό),
    από cedo (= υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από τη ρίζα του sedeo (= κάθομαι) ή από το cado (= πέφτω).
  • incidental (= συμπτωματικός),
    όπως το incident.
  • incinerate (= αποτεφρώνω),
    όπως το cinder.
  • incipient (= εναρκτήριος),
    από in + capio (= αρπάζω), κάπτω (καταβροχθίζω).
  • incision (= τομή),
    όπως το decide.
  • incisor (= κοπτήρας),
    από τα λατινικά in + caedo (= τεμαχίζω), ↔ καίνω, κτείνω (και τα δύο σημαίνουν «σκοτώνω»).
  • incite (= προκαλώ),
    από in + cieo (= κινώ), της ρίζας keie- (= θέτω σε κίνηση).
  • incongruous (= ασυνεπής),
    βλ. congruent.
  • incorporate (= ενσωματώνω),
    από την αιολική μορφή κορπός του κορμού (εννοείται δέντρου), από το κείρω (κόβω), της ρίζας kwrep- (= σώμα).
  • incorrigible (= αδιόρθωτος),
    της ρίζας reg- (= κινούμαι ευθέως), ↔ ρήγας, regal.
  • increment (= αύξηση, δόση),
    από το λατινικό cresco (= αυξάνω), της ρίζας ker-, ↔ increase, Ceres (= Δήμητρα), κόρος / κούρος.
  • incremental (= σταδιακά αυξανόμενος),
    όπως το increment.
  • increpation (= επιτίμηση) από το λατινικό crepo
    (= σπάζω, ραγίζω), της ηχοποίητης ρίζας ker- (= κροτώ, κτυπώ), ↔ κρώζω, κρέκω (κτυπώ), κόραξ.
  • incroyable (= απίστευτος),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, όπως το credulous.
  • incrustation (= επικάθισμα),
    όπως το crust.
  • incubate (= επωάζω, κλωσσώ),
    από το λατινικό incubo, όπου cubo (= κείμαι), ↔ κύβος.
  • incubus (= κακό πνεύμα),
    όπως το incubate.
  • inculcate (= εντυπώνω),
    από το λατινικό calx (= φτέρνα), της ρίζας (s)kel- (= καμπύλος), ↔ σκέλος, σκολιός (καμπούρης).
  • incumbent (= είναι χρέος),
    από το λατινικό cumbo (= κατακλίνομαι, κοιμάμαι), ↔ κύβος, κυβίστηση, κύμβαλο, κύπτω, ακουμπώ. Επισημαίνεται ότι υπήρχε και ρωμαϊκή θεά, η Cuba.
  • incurr (= συνάπτω),
    από το curro (= τρέχω).
  • incuse (= σταμπάρω, κτυπώ),
    λέγεται για νομίσματα, από το λατινικό cudo, πιθανώς συγγενές με κόπτω ή κύδος.
  • indeed (= πράγματι),
    όπως το deed.
  • indelible (= ανεξίτηλος),
    από τo λατινικό deleo (= καταστρέφω), ↔ lime (= ασβεστόλιθος), slime (= γλίτσα), λίμνη, της ρίζας (s)lei- (= κολλώ).
  • indemnity (= ασυλία, εγγύηση),
    όπως το condemn.
  • indent (= εσοχή),
    από το λατινικό dens, δόντι, οδούς, tooth, όλα της ρίζας ed- (= εσθίω, eat, έδεσμα).
  • indicate (= δείχνω),
    από το indico (= λέγω, αφιερώνω), από in + dico (= λέγω, αφιερώνω), της ρίζας deik- του δείκνυμι.
  • indicator (= δείκτης),
    όπως το indicate.
  • indiction (= ινδικτιών, περίοδος 15 χρόνων),
    όπως το indicate.
  • indigenous (= ιθαγενής),
    από τα λατινικά indu (= εντός) + τη ρίζα gene- (= γεννώ).
  • indignant (= αγανακτισμένος),
    από dignus (= αξιοπρέπεια), της ρίζας dek- (= δοκώ, δέχομαι), ↔ doctor, docile, paradox.
  • indisposition (= αδιαθεσία),
    από in + dis- + pono (= θέτω).
  • indite (= συγγράφω),
    της ρίζας deik- (= δεικνύω).
  • individual (= άτομο, ξεχωριστός),
    από dis- (= δύο) + vido (= διαιρώ), viduus είναι ο κενός, της ρίζας weidh-, ↔ widow, with, ηίθεος (άγαμος νέος). Δεν έχει σχέση με το video, της ρίζας weid-.
  • indolent (= οκνηρός, που δεν προκαλεί πόνο),
    από τα λατινικά deleo- (= καταστρέφω) / doleo (= κόβω), της ρίζας delh1- ↔ δηλέομαι, δαιδάλλω (δουλεύω περίτεχνα), δηλητήριο.
  • indoles (= έμφυτη διάθεση),
    αυτούσια η λατινική λέξη, από indu (= ένδοθεν) + alo (= τρέφω), ↔ αλδαίνω (αυξάνω, τρέφω).
  • indomitable (= ακατάβλητος),
    από τα λατινικά ρήματα domito / domo (= εξημερώνω), ↔ δαμά(ζ)ω.
  • induce (= επάγω),
    όπως το deduce.
  • indulge (= κάνω τη χάρη),
    από το λατινικό indulgeo (= παραχωρώ), της ρίζας delgh- (= είμαι σταθερός), ↔ δολιχός, ενδελεχής.
  • indulgence (= ικανοποίηση),
    όως το indulge.
  • ineffable (= ανείπωτος),
    από το λατινικό for (= φημί, ομιλώ).
  • ineffectual (= αποτυχημένος),
    της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • ineluctable (= αναπόφευκτος),
    από τα λατινικά in + luctor (= παλεύω), ↔ λυγίζω, λύγος (λυγαριά).
  • inept (= ανίκανος),
    από το λατινικό apo (= συνδέω), του άπτω, αζευγάρωτη λέξη (δεν υπάρχει ept).
  • inert (= αδρανής),
    από ars, artis (= τέχνη), ↔ άρτιος, αρτίζω (ετοιμάζω), της ρίζας ar- (= συναρμολογώ). Η λέξη είναι αζευγάρωτη.
  • inertia (= αδράνεια),
    όπως το inert.
  • inevitable (= αναπόφευκτος),
    από τα λατινικά in + evito, από ex + vito (= αποφεύγω). Το ρήμα vito έχει την ιδιαιτερότητα ότι αποτελείται από δύο συστατικά, τη ρίζα dwi- του δύο και τη ρίζα dhe- / dheh1- του θέτω, ↔ θήκη, θητεία, κ.α., από το τίθημι. Αν και υπαρκτό, το επίθετο evitable χρησιμοποιείται σπανίως.
  • inexorable (= ανένδοτος),
    από το orate (= εκφωνώ λόγο, στα λατινικά oro), από os, oris (= στόμα), ↔ αρά (προσευχή, αργότερα κατάρα). Εναλλακτικά από το όρνυμι (κινώ).
  • infallible (= αλάνθαστος),
    όπως το fail.
  • infamous (= διαβόητος),
    από το λατινικό for (= φημί, ομιλώ), της ρίζας bha-2 (= φωνή, ομιλώ).
  • infandous (= ακατανόμαστος),
    από ρηματικό τύπο του for (= μιλώ), ↔ φημί.
  • infarction (= έμφραγμα),
    από το λατινικό farcio (= γεμίζω), της ρίζας bhrekw- (= φράσσω), ↔ φράγμα (όχι fragment), φάρσα, farce.
  • infatuate (= γοητεύω, παρασύρω),
    από τα αγγλικά fatuous (= ηλίθιος), από fame (= φήμη), του φημί (= λέγω).
  • infatuation (= ξεμυάλισμα),
    όπως παραπάνω.
  • infect (= μολύνω),
    από το facio, της ρίζας dhe-.
  • infest (= κατακλύζω),
    από τη ρίζα του θείνω (πλήττω), ↔ φόνος, *φένω (αμάρτυρο).
  • infinity (= άπειρο),
    όπως το confine.
  • infirmary (= θεραπευτήριο),
    από το firm.
  • inflame (= πυροδοτώ, προκαλώ φλεγμονή),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω) ή bhel-2 (= διογκώνω).
  • inflect (= λυγίζω),
    όπως το flexible.
  • inflict (= επιβάλλω),
    από το fligο, όπως το afflict.
  • influence (= επιρροή),
    της ρίζας pleu-, ↔ φλέω (αφθονώ) / φλύω (αναβράζω).
  • infraction (= παράβαση),
    από το λατινικό frango (= σπάζω), ↔ ρήγνυμι, της ρίζας bhreg- / bhreu- ή bheyd- (= σχάζω).
  • infringe (= παραβιάζω),
    όπως το infraction. δεν έχει σχέση με το fringe (= κρόσσι).
  • infuse (= εκχυλίζω),
    της ρίζας gheu- (= χύνω), όπως το fuse.
  • ingest (= προσλαμβάνω),
    από in + gero (= φέρω). Το ουσιαστικό ingestion σημαίνει τη λήψη τροφής, αργότερα τη χώνευση.
  • ingot (= καλούπι, μεταλλική ράβδος),
    από το αρχαίο αγγλικό ρήμα geotan, με προέλευση το λατινικό fundo (= χύνω), ↔ χέω, της ρίζας gheu-.
  • ingrain (= ενσταλάζω, αποτυπώνω),
    όπως το grain.
  • ingrate (= αχάριστος),
    της ρίζας gwere-2 (= ευνοώ), ↔ χαίρω, χάριτες, agree.
  • inguinal (= βουβωνικός),
    από τη λατινική λέξη inguinis, ↔ αδένας, της ρίζας engw-.
  • inhale (= εισπνέω),
    από το λατινικό halo (= αναπνέω), ↔ άνεμος, άω (φυσώ).
  • inherent (= έμφυτος),
    από το haereo (= κολλώ), ↔ αιρέω (προτιμώ).
  • inherit (= κληρονομώ),
    της ρίζας ghe- (= κενός), ↔ heir, χήρα.
  • inhibit (= εμποδίζω),
    από in- (= νη, αρνητικό μόριο) + habeo (= έχω, κρατώ).
  • inhibition (= παρεμπόδιση, αναστολή),
    από το λατινικό habeo (= έχω), ↔ habit (= συνήθεια, αρχικά ένδυμα).
  • inhume (= ενταφιάζω),
    από humus (= χώμα), από το χαμαί.
  • inimical (= εχθρικός),
    όπως το amateur.
  • initial (= αρχικός),
    της ρίζας ei- του eo / ire (= πηγαίνω) , με ανάλογα τα ειμί και ίημι.
  • initiate (= αρχίζω, εγκαινιάζω),
    από το λατινικό initium (= έναρξη), από in + eo, απαρέμφατο του ire (= πηγαίνω), ↔ είμι.
  • inject (= κάνω ένεση, εγχέω),
    από το λατινικό iaceo (= ρίχνω), ↔ ίημι ή από το δίκω (εκσφενδονίζω), ↔ δίσκος, discus, disk, της ρίζας deik-.
  • injunction (= διαταγή),
    από το λατινικό iungo (= ενώνω), ↔ ζυγός, της ρίζας yeug-. Μια άποψη υποστηρίζει την προέλευση του ζυγού από τα δεύτερος + άγω.
  • injury (= τραυματίζω),
    από ius (= δίκαιο), από το λατινικό iubeo, ↔ φοβέω, της ίδιας σημασίας, φοβάμαι.
  • innate (= έμφυτος),
    της ρίζας gene- (= γίγνομαι, γένος).
  • innocent (= αθώος),
    από το λατινικό noceo (= βλάπτω), της ρίζας nek-1 (= θάνατος), ↔ νεκρός και (ίσως) ανάγκη.
  • innocuous (= αβλαβής),
    όπως το innocent.
  • innuendo (= υπαινιγμός),
    από το λατινικό nuo (= νεύω).
  • inoculate (= εμβολιάζω, ενοφθαλμίζω),
    της ρίζας του ορώ, με παράγωγα τύπου oc-, op-, ορ-, οφ-, ομ-.
  • input (= καταχωρώ),
    από puto (= καθαρίζω, υπολογίζω), ↔ putus, purus (= καθαρός)/ εναλλακτικά της ρίζας pau-2 (= κόβω), ↔ παίω (χτυπώ).
  • inquest (= έρευνα),
    όπως το acquire.
  • inquiline (= ένοικος),
    κυρίως ζωολογικός όρος για ζώα που κατοικούν σε φωλιές άλλων ζώων, από το colo.
  • inquire, βλ. enquire.
  • insatiable (= αχόρταγος),
    όπως το sad.
  • insert (= εισάγω),
    από το λατινικό sero (= σπείρω).
  • insidious (= ύπουλος),
    από το sedeo (= έζομαι, κάθομαι), με αρχικη σημασία «αυτός που καθιστός παραμονεύει».
  • insignia (= έμβλημα),
    όπως το ensign.
  • insipid (= άνοστος),
    από in + sapio (= γεύομαι), ↔ σοφός.
  • insolent (= αναιδής),
    από το λατινικό soleo (= συνηθίζω), με πολλές πιθανές ετυμολογίες, μια εκ των οποίων από το έθω (συνηθίζω).
  • insomnia (= αϋπνία),
    της ρίζας swep- του ύπνου.
  • inspirit (= εμψυχώνω),
    από in + spero (= ελπίζω), από spes (= ελπίδα), ↔ σπάω.
  • inspissate (= πήζω, συμπυκνώνω),
    από το λατινικό spissus (= πυκνός), ↔ σπιδνός (πυκνός), σπιθαμή, σπάθη, σπάω. Η σπάθη ήταν αρχικά υφαντικό εργαλείο και σπαθάω σήμαινε “υφαίνω” και “ξοδεύω υπερβολικά”, εξού η σπατάλη.
  • install (= εγκαθιστώ),
    από in + stall (= στάβλος), γερμανικής καταγωγής, ↔ στήλη, ίστημι.
  • instant (= στιγμή),
    από in + sto (= ίστημι).
  • instigate (= προκαλώ, ξεκινώ),
    από το λατινικό stinguo (= κεντώ, σβήνω), από τον μέλλοντα στιγώ του στίζω (κεντώ), της ρίζας steig-.
  • instinct (= ένστικτο),
    από το λατινικό instinctus, όπως το instigate.
  • insular (= νησιωτικός),
    από τη λατινική έκφραση terra in salo (= γη στην ανοικτή θάλασσα), από sal, αλς. Εναλλακτικά από τη νήσο, από το νήχω (κολυμπώ).
  • insulator (= μονωτής),
    όπως το insular.
  • insulin (= ινσουλίνη),
    η ορμόνη από τις νησίδες Langerhans του παγκρέατος, όπως το insular.
  • insult (= υβρίζω),
    από in + salio (= πηδώ, άλλομαι), δεν έχει σχέση με το consult.
  • intact (= άθικτος),
    από in + tango (= αγγίζω).
  • intellectual (= διανοητικός),
    από lego (= διαλέγω, συλλέγω).
  • intemerate (= καθαρός, αγνός),
    από τo λατινικό temere (= τυχαίως), ↔ θεμερός (= σκοτεινός, σκυθρωπός), τίθημι.
  • intend (= σκοπεύω),
    από in + tend, όπως το attempt.
  • intense (= έντονος),
    όπως το intend.
  • intent (= πρόθεση),
    όπως το intend.
  • inter. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «δια-», ως πρόθεμα διαφόρων λέξεων, από την πρόθεση in + το μόρφημα -ter- του συγκριτικού βαθμού. Η δεύτερη σημαίνει «ενταφιάζω» και προέρχεται από τη λατινική γη, terra, βλ. torrent.
  • intercalate (= παρεμβάλλω),
    της ρίζας kla- ή kele-2 (= φωνάζω), ↔ καλώ. Η αρχική σημασία ήταν εισάγω μια ημέρα στο ομόριζο calendar, ημερολόγιο. Ο όρος intercalation αναφέρεται κυρίως στην παρεμβολή ενώσεων στη διπλή έλικα των DNA.
  • intercede (= μεσολαβώ),
    από inter (= δια) + λατινικό cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • intercept (= αναχαιτίζω, μαθηματικός όρος γραφικών παραστάσεων),
    από inter + capio (= αρπάζω) / κάπτω (καταβροχθίζω).
  • interest (= ενδιαφέρον, τόκος),
    από inter + esse (= εστί, be), της ρίζας es- που απαντά επίσης στις λέξεις που αρχίζουν με ευ- / eu-.
  • interfere (= παρεμβαίνω),
    από inter + ferio (= χτυπώ), της ρίζας bhorh- (= οπή), ↔ forio (= τρυπώ), Boris, φαράω (οργώνω).
  • interject (= παρεμβαίνω),
    από inter + iacio (= ρίχνω), από δίκω (βάλλω), όπως το adjacent.
  • interjection (= επιφώνημα),
    όπως το interject.
  • interlocutor (= συνομιλητής),
    από inter + loquor (= ομιλώ), από λάσκω (φωνάζω, κροτώ).
  • intermediate (= ενδιάμεσος),
    της ρίζας medhyο- (= μέσος).
  • intermittent (= διακεκομμένος, με διαλείμματα),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • internecine (= εμφύλιος),
    από το λατινικό nex (= βίαιος θάνατος), ↔ νέκυς, νεκρός.
  • interoception (= η φυσιολογική αίσθηση του εσωτερικού του σώματος),
    από inter + caption, ↔ capio (= αρπάζω), κάπτω (καταβροχθίζω).
  • interpret (= ερμηνεύω),
    όπως το appreciate.
  • interrogate (= ανακρίνω),
    όπως το abrogate.
  • interstice (= μεσοδιάστημα),
    από inter + sto, του ίστημι.
  • interval (= μεσοδιάστημα),
    από inter + τα λατινικά vallum (= τοίχος), vallus (= πάσσαλος), ↔ wall, ειλέω, έλιξ.
  • intervene (= μεσολαβώ),
    από το intervenio, inter + venio ↔ βαίνω. Είναι αξιοσημείωτο ότι το βαίνω προέρχεται από τη ρίζα gwa-, από όπου σε άλλες γλώσσες προέκυψαν ρήματα που αρχίζουν με c ή g, όπως το come.
  • interview (= συνέντευξη),
    από video (= είδω = βλέπω).
  • intimidate (= φοβερίζω),
    από το λατινικό timeo (= φοβάμαι), από το δείμα (φόβος).
  • intransingent (= αδιάλλακτος),
    από το λατινικό transigo (= διαπερνώ), από trans + ago.
  • intrepid (= ατρόμητος),
    από in-, αρνητικού χαρακτήρα, + trepido, ↔ τρέμω, με την ίδια σημασία, όπως το tremble, της ρίζας trem-, λέξη αζευγάρωτη. Έχουν επίσης προταθεί το τραπέω (πατάω σταφύλια), εξού η ατραπός (πεπατημένη οδός), και το λατινικό torqueo (= στρίβω), ↔ τρέπω.
  • intricate (= περίπλοκος),
    όπως το extricate.
  • intrigue (= εξάπτω την περιέργεια, ίντριγκα),
    όπως το extricate.
  • introrse (= εσωστρεφής),
    από το λατινικό introversus, της ρίζας wer-2 (= στρέφω), όπως το evert.
  • intrude (= εισχωρώ),
    από το λατινικό trudo (= ωθώ), της ρίζας treud-, ↔ τρύω (φθείρω).
  • intuition (= διαίσθηση),
    από το λατινικό tueor (= κοιτάζω), ↔ τύπτω (ή τύω), πιθανώς της ρίζας sta- του ίστημι.
  • inundate (= πλημυρίζω),
    από το λατινικό undulatus (= κυματοειδής), της ρίζας wed- (= υγρός), ↔ water, ύδωρ.
  • inure (= εξοικειώνω),
    από την έκφραση put in ure (= θέτω στην πράξη), από το γαλλικό oeuvre, από τα λατινικά opus, opera (= έργο), της ρίζας op- (= παράγω σε αφθονία), βλ. opulent.
  • invade (= εισβάλλω),
    από το λατινικό vado, ↔ βάω / βαίνω.
  • invalid (= ανάπηρος, άκυρος),
    από το λατινικό valeo (= είμαι ισχυρός), της ρίζας wal- (= ισχυρός), πιθανώς ↔ θαλέω / θάλλω.
  • invasive (= επεμβατικός, αδιάκριτος),
    από το λατινικό vado. Τα σύγρονα λεξικά, σε αντίθεση με παλαιότερα, δεν αναφέρουν την οφθαλμοφανή συγγένεια των vado και βαδίζω, ↔ βαίνω, βαθμός.
  • invective (= υβρεολόγιο),
    από το λατινικό veho (= μεταφέρω), ↔ όχος (άμαξα), ρίζας wegh- (= πηγαίνω).
  • inveigh (= καταφέρομαι),
    όπως το invective.
  • inveigle (= εξαπατώ),
    από το γαλλικό aveugle (= τυφλός), από τα λατινικά ab + oculus (= οφθαλμός).
  • invent (= εφευρίσκω),
    από το venio (= έρχομαι), ↔ βαίνω.
  • inventory (= απογραφή),
    όπως το invent.
  • inverecund (= αδιάντροπος),
    από in + verecundus (= μετριόφρων), από vereor (= σέβομαι), ↔ ορώ.
  • inversion (= αναστροφή),
    από in + verto = γυρίζω), ↔ τρέπω.
  • invert (= αναστρέφω),
    όπως το inversion.
  • invertebrate (= ασπόνδυλος),
    όπως το inversion.
  • inveterate (= παγιωμένος),
    από το λατινικό veteranus (= ηλικιωμένος), από vetus (= έτος), της ρίζας της ζωής (gweyh3- / wet-), ↔ έταλον, βέομαι (θα ζήσω), βίος, έτος, βετούλι.
  • invidious (= φθονερός, προσβλητικός),
    της ρίζας weid- (= ορώ, είδον), ↔ video (= είδω = βλέπω).
  • invigorate (= αναζωογονώ),
    από τη λατινική και αγγλική vigor (= δύναμη), της ρίζας wer-2 (= είμαι ζωηρός), των veho / έχω.
  • invincible (= ανίκητος),
    όπως το convict.
  • invite (= προσκαλώ),
    από το λατινικό invito, πιθανώς της ρίζας wekw- (= ομιλώ), ↔ vox (= φωνή). έχει προταθεί και η ρίζα weie- του ίημι (εξού ο ιέραξ). Δεν έχει σχέση με το vito του inevitable ούτε τη vita (= ζωή).
  • invoice (= τιμολόγιο),
    από το envoy (= αποστολή), από τα λατινικά veho (= μετακινούμαι), via (= οδός), της ρίζας wegh- (= πηγαίνω) ↔ όχος. Η λέξη voice είναι διαφορετική.
  • invoke (= καλώ),
    από vox (= φωνή), ↔ οψ (η, φωνή και μάτι), έπος.
  • irascible (= οξύθυμος),
    από το λατινικό ira (= οργή), της ρίζας eis- (= ενεργώ) που σχηματίζει λέξεις πάθους, ↔ ιερός, οίστρος (= αλογόμυγα), οίμα (το, ορμή, έφοδος). Με την ευκαιρία, το κύριο όνομα Jerom προήλθε από το Ιερώνυμος. Η οίμη (ωδή, αφήγηση) και το προοίμιο θεωρείται πλέον ότι είναι από άλλη ρίζα, του είμι (πηγαίνω), στα λατινικά eo.
  • iracund (= θυμωμένος),
    όπως το irascible.
  • irate (= εξοργισμένος),
    όπως το irascible.
  • ire (= θυμός),
    όπως το irascible.
  • iridium (= ιρίδιο),
    της ρίζας wei- (= στρέφω), ↔ Ίρις, ις, ιτέα, wire, vise.
  • irk (= εκνευρίζω),
    της ρίζας werg- (= κάνω), βλ. work.
  • irony (= ειρωνία),
    αρχική έννοια «προσποιητή άγνοια», από είρω / έρω (λέγω), ↔ ειρήνη, Irene.
  • irradiate (= ακτινοβολώ),
    από in + radius (= ακτίνα), ↔ ραβδίον.
  • irrational (= παράλογος, άρρητος (αριθμός)),
    από το λατινικό και αγγλικό ratio (= αιτία, λογική κλπ.) της ρίζας re- (= μετρώ), που είναι παραλλαγή της ar-, ↔ reason, rite, αριθμός. Το μόριο re- της επανάληψης δεν έχει σχέση καθώς προήλθε από τη ρίζα wert- (= γυρίζω).
  • irrefutable (= αδιάψευστος, ανέκκλητος),
    όπως το refute.
  • irreption (= λαθραία είσοδος),
    από repo / έρπω.
  • irrevocable (= ανέκκλητος),
    βλ. revoke.
  • irritate (= ερεθίζω),
    από δύο αρχαίες αγγλικές λέξεις, ομόρριζες του run, της ρίζας rei- (= ρέω), εναλλακτικά από το ορίνω (ερεθίζω).
  • irruption (= ενδόρρηξη, έκρηξη προς τα μέσα),
    όπως το eruption.
  • isinglass (= καθαρή ζελατίνα),
    από την ολλανδική σύνθετη λέξη huysenblas, το πρώτο συνθετικό της οποίας είναι ο οξύρρυγχος και το δεύτερο προέρχεται από το bladder. Η νηκτική κύστη του ψαριού ήταν η πρώτη ύλη της ζελατίνας.
  • isle (= νήσος),
    όπως το insular. Σημειώνεται ότι η νήσος απαντά στον επιστημονικό όρο nesosilicate που αναφέρεται σε μεμονωμένα τετράεδρα (SiO4) πυριτικών ορυκτών. Το νησί, island, είναι διαφορετικής ετυμολογίας, από δύο γερμανικές λέξεις.
  • isocracy (= ισοκρατία). Στις πολυάριθμες σύνθετες λέξεις αυτού του τύπου, πολλές από τις οποίες δεν έχουν αντίστοιχη ελληνική, το δεύτερο συστατικό, -cracy / -κρατία προήλθε από το κραίνω (εκτελώ, διοικώ).
  • isolate (= απομονώνω),
    από το λατινικό insulo, βλ. insular.
  • issue (= διανέμω, θέμα),
    από ex + τη ρίζα ei- του eo / ire (= πηγαίνω), με ανάλογα τα είμι, ίημι.
  • it (= αυτό),
    της ρίζας ko- (= εκείνος), όπως το harass.
  • iterate (= επαναλαμβάνω),
    όπως το itinerary.
  • itinerary (= δρομολόγιο),
    από το iter, στα αγγλικά = δίοδος, στα λατινικά = ταξίδι, από το ire (= πηγαίνω), ↔ είμι (πηγαίνω), ιταμός.
No Comments