J

  • Jacket (= ζακέτα, τζάκετ),
    από το γαλλικό κύριο όνομα Jacques (= Ιάκωβος), εβραϊκής προέλευσης. Παραλαγές του ονόματος σε διάφορες γλώσσες: Jacob, James, Giacomo, Jaime, Diego, Iago, Jakub. To υποκοριστικό Jack θεωρείται ότι προέρχεται μάλλον από τον Jacob και όχι από τον John, με παράγωγα τα Jock και jockey.
  • jade (= νεφρίτης, ζαντ),
    ημιπολύτιμος λίθος, από το ισπανικό piedra de la ijada (= πέτρα του νεφρού), από τη λανθασμένη άποψη ότι καταπολεμούσε την πέτρα του νεφρού. η ijada προήλθε από τις λατινικές λέξεις ileum / ileus για τον ειλεό, που αναφέρονται γενικά στα εντόσθια, κυρίως τα έντερα.
  • jamb (= πλαίσιο),
    όπως το gambit.
  • janitor (= θυρωρός),
    της ρίζας ei- του eo (= είμι, ίημι), ↔ Janus, Ιανός.
  • jar (= κυλινδρικο δοχείο),
    περσικής προέλευσης.
  • jargon (= συντεχνιακή γλώσσα),
    λέξη ηχοποίητη που αναφέρεται στις φωνές των πουλιών. είχε αρχική σημασία την ακατάληπτη γλώσσα, για να εξελιχθεί σε ιδιόλεκτο τεχνικής ορολογίας, με παράγωγο την γαλλική αργκό / argot.
  • jaunty (= κομψός),
    όπως το gentle.
  • jealousy (= ζήλεια),
    από τον ζήλο, zeal, της ρίζας ya- (= επιθυμώ). Τζελουτζία λεγόταν στα Επτάνησα το καφασωτό παράθυρο.
  • jejune (= αφελής, ανώριμος),
    από το λατινικό ieiunus (= άδειος, νηστικός), της ίδιας ρίζας με αγνός, άγιος, ↔ dinner. Ο ανατομικός όρος jejunum αναφέρεται στο λεπτό έντερο.
  • jelly (= ζελέ, ζελατίνα),
    της ρίζας gel-, βλ. cold.
  • jest (= αστειεύομαι),
    από το λατινικό iocus, πιθανώς από την ιαχή, ιυγή, του ιύζω (κραυγάζω), της ρίζας yek- (= ομιλώ), λέξη ηχοποίητη. Η ίδια ρίζα σημαίνει επίσης «θεραπεύω», ↔ άκος, πανάκεια (η ακή = ακίδα είναι άλλης ρίζας, της ak-). Εναλλακτικά από τα gero / φέρω, όπως το gest (= κατόρθωμα).
  • jet. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «πίδακας», από το γαλλικό jeter (= ρίχνω, όρος της άρσης βαρών),
    από το λατινικό iacere / ίημι, της ρίζας ye- (= στέλνω). Η άλλη είναι ημιπολύτιμη πέτρα, ο γαγάτης, που προήλθε από τον ποταμό της Λυκίας Γάγαι (αι, στον πληθυντικό) και αποτελεί μια σκληρή μαύρη μορφή ορυκτού γαιάνθρακα.
  • jetsam (= απόβρασμα),
    όπως το jet #1.
  • jettison (= ρίχνω),
    όπως το jet #1.
  • jetty (= προβλήτα),
    όπως το jet #1.
  • jewel (= κόσμημα),
    από το λατινικό gaudo (= χαίρομαι), όπως το joy.
  • jigsaw (= σέγα, παζλ),
    σύνθετη λέξη, από το γαλλικό gigue (= είδος χορού), από το γερμανικό Geige (= βιολί) + saw (= πριόνι).
  • jocose (= παιχνιδιάρικος),
    όπως το jocund, με παράγωγα τον ιταλικό μουσικό όρο giocoso και τα τζόκερ, τζόγος.
  • jocund (= ευχάριστος, ευδιάθετος),
    σύνθετη λέξη, με πρώτο συστατικό jo- από τα λατινικά iucundus, iuvicundus, iuvo (= ευχαριστώ), του iuvenis (= νέος), της ρίζας h2ey- (αναφέρεται σε μακρό χρόνο), ↔ αεί. το δεύτερο συστατικό, -cund, είναι της ρίζας gene- (= γεννώ). Παράγωγο η Τζιοκόντα, Gioconda.
  • joist (= δοκός),
    όπως το gist.
  • joke (= αστείο),
    όπως το jest.
  • jolly (= πρόσχαρος),
    όπως το joy.
  • jostle (= σπρώχνω),
    της ρίζας yeug- (= ενώνω), από το απαρχαιωμένο joust (= μάχομαι έφιππος με λόγχη) ↔ ζυγός, jugular.
  • jot (= σημειώνω, κόκκος),
    από το γράμμα ιώτα, το μικρότερο σε μέγεθος του αλφαβήτου.
  • joust (= σπρώχνομαι),
    όπως το jostle.
  • jowl (= προγούλι),
    της ρίζας gwele-3 (= καταπίνω), ↔ γεύση, gullet.
  • joy (= χαρά),
    από το λατινικό gaudo (= χαίρομαι), ↔ jewel, rejoice, γαύρος (ανδρείος), γαίω / γηθέω (χαίρομαι) ή γάνυμαι (είμαι χαρούμενος), γανώνω (λάμπω), της ρίζας gau-.
  • jubilant (= περιχαρής),
    από το λατινικό iubilum (= άγρια φωνή), από το αρχαίο επιφώνημα έκπληξης ή χαράς, ιού.
  • juggernaut (= ενέργεια που απαιτεί μεγάλη αφοσίωση και προσπάθεια, επίσης ογκώδη οχήματα, όπως νταλίκα, οδοστρωτήρας. ως επίθετο, ασταμάτητος),
    από ινδική σύνθετη λέξη για τον «κύριο του κόσμου», της οποίας το πρώτο συστατικό είναι της ρίζας gwa- (= βαίνω).
  • juggler (= ζογκλέρ),
    από το λατινικό ioculo, υποκοριστικό του iocus, βλ. joke.
  • jugular (= τραχηλικός),
    από το λατινικό iugulum (= τράχηλος, λαιμός), υποκοριστικό του iugum (= ζυγός), ↔ της ρίζας yeug- (= ενώνω).
  • juice (= χυμός),
    από τη ζύμη.
  • junction (= ένωση, διασταύρωση),
    της ρίζας yeug- (= ενώνω),όπως το jostle.
  • juncture (= συγκυρία),
    όπως το junction.
  • junior (= νεαρός),
    από το λατινικό iuvenis (= νέος), της ρίζας h2yew- / h2ye-, ↔ John, Jack (αγγλικά), Evan (ουαλικά), Ian (σκοτσέζικα). Από τις ανάλογες μορφές του ονόματος σε άλλες γλώσσες αναφέρονται τα Johannes (γερμανικά), Giovanni (ιταλικά), Juan (ισπανικά), Ιβάν (ρωσικά), Ιωάννης, κ.λπ. (βλ. και aid).
  • juniper (= άρκευθος),
    σύνθετη λέξη της οποίας το πρώτο συστατικό, αβέβαιης προέλευσης, έχει δώσει το gin. το δεύτερο ειναι της ρίζας pere-1 (= παράγω), ↔ πόρις, spar ή pere-2 (=(= παρέχω, διανέμω), ↔ πεπρωμένο.
  • jurisdiction (= δικαιοδοσία),
    από το λατινικό δίκαιο, ius, της ρίζας h2ey- (αναφέρεται σε μακρό χρόνο) και το dico (= λέγω), ↔ δείκνυμι.
  • jussive (= αμετάφραστη λέξη, όρος της γραμματικής με αναφορά στην υποτακτική που έχει προστακτικό χαρακτήρα),
    από την αρχαία υσμίνη (αγώνας, μάχη), της ρίζας yeudh- ή της ρίζας h2ye-.
  • jut (= προεξέχω),
    όπως το adjacent.
  • juvenile (= νεανικός),
    όπως το junior.
  • juxtapose (= αντιπαραθέτω, θέτω δίπλα δίπλα),
    από το λατινικό iuxta (= πλησίον), της ρίζας yeug- (= ενώνω), ↔ conjugate, join, ζυγός.
No Comments