M

  • Machine (= μηχανή),
    ομόρριζα, της ρίζας magh- (= δύναμαι).
  • macho (= αρρενωπός),
    ισπανικής προέλευσης, όπως το masculine.
  • mackerel (= σκουμπρί),
    όπως το macular.
  • macular (= στικτός),
    από το λατινικό και αγγλικό macula (= κηλίδα, σπίλος), ↔ σμάω / σμήχω (σπογγίζω, καθαρίζω), σμήγμα, μακέτα (ιταλική macchia = λεκές).
  • mad (= τρελός),
    της ρίζας mei-1 (= αλλάζω, muto στα λατινικά), από το παλαιογερμανικό gemad, όπου το πρόθεμα ge- έχει επιτατικό χαρακτήρα. Aπό τα πολλά ομόρριζα αναφέρονται τα αμείβω, αμοιβάδα, mutation, mood, migrate, mistake, amiss.
  • madame (= κυρία),
    από ma (= εμή) + dame, αρχικά τίτλος τιμής. Η γραφή madam αναφέρεται σε ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής.
  • madarosis (= μαδάρωσις),
    από το μαδώ. Πρόκειται για επιστημονικό όρο που προηγήθηκε της ελληνικής λέξης για να περιγράψει την ασθένεια της απώλειας των βλεφαρίδων. Το αρχαίο μαδάω σήμαινε επίσης «είμαι μαλακός ή υγρός» και «διαρρέω», με παράγωγα τον μαστό (μαζός) και διάφορες επιστημονικές λέξεις, όχι όμως τη μάστευση (γνωστή από την υδρομάστευση) που προέρχεται από το μαίομαι (ερευνώ), βλ. moral.
  • madonna (= μαντόνα),
    όπως η madame.
  • maelstrom (= δίνη),
    από τις ρίζες mele- (= αλέθω, βλ. malleable) + sreu- (= ρέω), βλ. stream.
  • magirics (= μαγειρική),
    από το μάσσω (ζυμώνω), καθώς στα καθήκοντα του μάγειρου ήταν και η παρασκευή του ψωμιού, ↔ mass, μαγιά, μάγμα, μάζα, μασώ (μασάομαι).
  • magnanimous (= μεγαλόψυχος),
    από magnus + anima (= ψυχή), ↔ άνεμος.
  • magpie (= κίσσα),
    από τη Μαργαρίτα + τη λατινική pica (= κίσσα).
  • maharaja(h) (= μαχαραγιάς),
    κατά λέξη «μεγάλος βασιλιάς», από ινδικές λέξεις ισοδύναμες με μέγας + ρήγας.
  • mail. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Το γνωστότερο ταχυδρομείο είναι γερμανικής καταγωγής. #2. Επίσης από τα γερμανικά είναι της έννοιας «πληρωμή, ενοίκιο», που απαντά στο blackmail (= εκβιάζω),
    ↔ meet, μήδομαι, της ρίζας med-. #3. Σημαίνει «μεταλλικός κρίκος πανοπλίας», βλ. trammel.
  • maim (= ακρωτηριάζω),
    της ρίζας mei-1 (= αλλάζω), ↔ mad.
  • main (= κύριος, μεγάλος, δύναμη),
    της ρίζας magh- (= δύναμαι), ↔ may, mighty, μηχανή και πιθανώς μάχη η οποία μπορεί να σχετίζεται με τη μάχαιρα.
  • maintain (= συντηρώ),
    από τα λατινικά manus (= χέρι, μάρη) + teneo / tendo (= τείνω).
  • majestic (= μεγαλοπρεπής),
    από το λατινικό maiestas (= αυθεντία), της ρίζας meg- (= μέγας).
  • majority (= πλειονότης),
    από το συγκριτικό magis του magnus, ↔ μέγας.
  • malapert (= ξεδιάντροπος),
    από το λατινικό malus (= κακός), της ρίζας mel-3 (= κακός, ψευδής), ↔ μέλεος.
  • malapropism (= μαλαπροπισμός),
    η χρήση ομόηχης λέξης με αστείο αποτέλεσμα, από το γαλλικό malapropos (= κακώς τεθέν).
  • malaria (= ελονοσία, κατά λέξη «κακός αέρας») από το λατινικό malus
    (= κακός), ↔ μέλας ή μαλός (μαλακός, αδύναμος), της ρίζας mel-3.
  • malcontent (= δυσαρεστημένος),
    από τα λατινικά malus (= κακός) + ten(d)o (= τείνω).
  • male (= αρσενικός),
    βλ. masculine.
  • malediction (= κατάρα),
    από τα λατινικά malus (= κακός) + dico (= λέγω), ↔ δείκνυμι.
  • malevolent (= κακόβουλος),
    σύνθετη λέξη από τα λατινικά malus (= κακός), της ρίζας mel-3, ↔ μέλεος (άχρηστος), μέλω, + volens, ρηματικός τύπος του volo, βλ. will.
  • malice (= κακία, πονηριά),
    από το λατινικό malus (= κακός), όπως το malevolent.
  • malign (= κακοήθης),
    από malus (= κακός) + gigno (= παράγω), από το γίγνομαι.
  • malison (= κατάρα),
    από το λατινικό maledico, από male (= κακώς), ↔ βλάσφημος + dico (= μιλώ), της ρίζας deik- (= δεικνύω).
  • malleable (= ελατός),
    από τα λατινικά malleus (= σφυρί), από molο (= αλέθω), ↔ mollis (= μαλακός), μαλάσσω, μάλαμα, μύλη / μύλος, της ρίζας mele- (= συντρίβω) ή της συγγενούς mel-1 (= μαλακός).
  • malmsey (= μαλβαζία),
    οίνος από τη Μονεμβασία.
  • malt (= βύνη),
    από το λατινικό mollis (= μαλακός), της ρίζας meld- / mold- / mld-, ↔ μέλδω.
  • mammal (= θηλαστικό),
    από το λατινικό mamma (= θηλή), της ρίζας ma-1 ( καλός, μεγάλος), ↔ μήτηρ, μαία, αμαυρός και λέξεις που τελειώνουν σε -μωρος, όπως εγχεσίμωρος (αυτός που μάχεται με τη λόγχη).
  • manacle (= χειροπέδη),
    από το λατινικό manicula, υποκοριστικό του manus (= μάρη, χέρι).
  • mandarin (= μανδαρίνος),
    από την ινδική mantra (= μάντρα), της ρίζας men-1. Το μανταρίνι ονομάστηκε έτσι από την ομοιότητα του χρώματος με τα ρούχα των μανδαρίνων.
  • mandate (= εντολή),
    από τα λατινικά mando (= διατάσσω), από manus + do (= χέρι + δίδω). Το mando αποτελεί και ανεξάρτητο ρήμα (= μασώ), της ρίζας mendh-, ↔ mandible, masticate, μαστίχα.
  • mandible (= γνάθος),
    της ρίζας mendh- (= μασώ), ↔ μάσσω (ψηλαφώ, κατεργάζομαι), μάσταξ (στόμα, σαγόνι), μαστίχα.
  • mane (= χαίτη),
    της ρίζας mon- (= λαιμός), ↔ μάν(ν)ος (περιδέραιο).
  • manege (= σχολή ιππασίας),
    από το ιταλικό maneggio, της ρίζας man-2 (= μάρη), το χέρι, ↔ manage.
  • maneuver (= σχεδιασμένη μετακίνηση στρατού),
    από το γαλλικό manouvrer (= αρχικά καλλιεργώ), από το manus (= μάρη, χέρι), εξού η μανούβρα. το δεύτερο συστατικό, oeuvre, προέρχεται από το opus (= έργο).
  • mangle (= συντρίβω, ακρωτηριάζω),
    από το γαλλικό mangonel (= λιθοβόλος πολεμική μηχανή), από το μάγγανον, της ρίζας mang- (= ντύνω, ομορφαίνω). Εναλλακτικά της ρίζας mei- (= αλλάζω) ή της ρίζας mai- (= λερώνω), ↔ μίασμα.
  • manifest (= εκδηλώνω, προφανής),
    από manus (= μάρη, χέρι) + -fest, από θείνω (πλήττω), ↔ φόνος.
  • manipulation (= χειρισμός),
    από το λατινικό manipulus (= χούφτα), σύνθετη λέξη από manus / μάρη (= χέρι) + λέξη της ρίζας pele-1 / pleh-1 (= πληρώ). Η πρώτη έννοια ήταν για ένα σταθμό των φαρμακοποιών, κατ’ αναλογία με τη δραχμή, drachma, dram, επίσης σταθμό, από δραξ (χούφτα), δράττω. Η δραχμή επιβιώνει ως αραβικό νόμισμα, dirham.
  • manqué (= αποτυχημένος, παρά λίγο),
    από τα λατινικά mancus (= λειψός), manus (= χέρι), της ρίζας man-2.
  • mansuetude (= ευγένεια, ηπιότης),
    σύνθετη λέξη από manus (= μάρη, χέρι) + suesco (= συνηθίζω), βλ. sodality.
  • mantra (= μάντρα),
    ινδικό θρησκευτικό κείμενο, της ρίζας men-1.
  • manure (= κοπριά, καλλιεργώ με το χέρι),
    όπως το maneuver.
  • marcescent (= μαραμένος),
    από το λατινικό marceo (= μαραίνομαι), ↔ μαλ(α)κός ή από τον μαρασμό (marasmus).
  • march (= πορεία),
    πιθανώς από το λατινικό marcus (= σφυρί), από το ρυθμικό σφυροκόπημα των ποδιών σε στρατιωτικές πορείες. Από εδώ ίσως προήλθε το ιταλικό marca, η μάρκα, το σημάδι που αποτυπωνόταν με χτύπημα σφυριού σε μεταλλική σφραγίδα, σε αντικείμενα, ζώα και κατάδικους. Η εκδοχή αυτή είναι πιο ευλογοφανής από την εναλλακτική, από το λατινικό margo (= margin, περιθώριο), βλ. demarcate.
  • March (= Μάρτιος),
    από τον θεό του πολέμου Mars (= Άρης), ↔ martial, μάρναμαι (πολεμώ).
  • margin (= περιθώριο),
    όπως το demarcate.
  • marine (= θαλάσσιος, πεζοναύτης),
    από το λατινικό mare (= θάλασσα), της ρίζας mori- (= όγκος νερού), ↔ μύρα (θάλασσα).
  • maritime (= ναυτιλιακός),
    όπως το marine. η λατινική κατάληξη -timus είναι δηλωτική υπερθετικού βαθμού, όπως στο ultimus.
  • mark (= σημάδι, μαρκάρω),
    βλ. demarcate.
  • marquetry (= μαρκετερί),
    βλ. march.
  • marsh (= έλος, βάλτος),
    της ρίζας mori- για μεγάλη υδάτινη μάζα, όπως η θάλασσα (μύρα). Τα περισσότερα παράγωγα της ρίζας είναι του τύπου mar-, βλ. marine.
  • marvel (= θαυμάζω),
    από mirus (= θαυμαστός), της ίδιας ρίζας, smei- / smey-, με τα miracle, smile (= χαμόγελο), μειδίαμα.
  • masculine (= αρσενικός),
    από mas, maris (= αρσενικός), με παράγωγο το επίθετο marital (= συζυγικός). πιθανώς από τον θεό Mars, ο Άρης, από το αναιρώ (φονεύω). Η ομοιότητα marital και martial (= πολεμικός) μάλλον είναι συμπτωματική.
  • mash (= πολτός),
    της ρίζας meik- (= μίσγω, μείγνυμι), ↔ μίγμα / μείγμα.
  • mask (= μάσκα, καμουφλάρω),
    λέξη με πολλές ετυμολογικές προτάσεις, από τις οποίες ξεχωρίζουν δύο: η μια είναι από το αρχαίο βασκαίνω (μαγεύω, κακολογώ), από το ηχομιμητικό βαβάζω (ομιλώ). η άλλη είναι από την οξιτανική (ακιτανική) γλώσσα, όπου mascara σημαίνει «μαυρίζω». Σημειώνεται ότι η οξιτανική / ακιτανική, Occitan, από τη ρωμαϊκή επαρχία Aquitania, πήρε την ονομασία της από τα γαλλικά langue d’ oc (= γλώσσα του ναι), όπως η περιοχή Languedoc της Νότιας Γαλλίας. Η λέξη occident (= δύση) δεν έχει σχέση με την οξιτανική.
  • mass. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «μάζα» (στα αρχαία κριθαρένιο ψωμί), η λατινική massa, ζυμάρι, από το μάσσω (ζυμώνω),
    της ρίζας mag- (= ζυμώνω, ταιριάζω), ↔ μαγεύς (ζυμωτής), μαγιά, μάγειρος. Η δεύτερη σημαίνει «λειτουργία» και προέρχεται από το mitto (= στέλνω).
  • massacre (= σφαγή),
    από macellum (= κρεοπωλείο), μάκελλον (μαντρί) ↔ πιθανώς μάχαιρα.
  • massage (= μασάζ),
    από το πορτογαλικό amasser (= ζυμώνω), όπως το mass #1.
  • mast. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «κατάρτι, ιστός», από το λατινικό malus που είναι επίσης δύο διαφορετικές λέξεις, η μια με την έννοια του «κακός», κατ’ επέκταση «κακοσχηματισμένος», και η άλλη είανι η μηλιά (μηλέα / μσλέα). για τη μεσίστια σημαία λέμε half mast. Το άλλο mast σημαίνει «τροφή γουρουνιών» και είναι της ρίζας mad- (= υγρός),
    ↔ muesli, μαδαρός, μαστός.
  • mast cells (= μαστοκύτταρα),
    από τη γερμανική λέξη Mast (= τροφή) που σχετίζεται με τα meat, μαστός, της ρίζας meh2d- (= στάζω, λίπος).
  • masticate (= μασουλάω),
    από το μασώ της ρίζας mendh-, βλ. mandible.
  • mastiff (= ράτσα σκυλιών),
    από τα γαλλικά, συγγενής λέξη με mansuetude.
  • masturbate (= αυνανίζομαι),
    πιθανώς από manus (= μάρη, χέρι) + turbo (= τυρβάζω), από την τύρβη.
  • match (= σπίρτο),
    από mucus, από τη μύξα. Η ίδια λέξη με τη σημασία του ενός από ζεύγος, προέρχεται από το make, όπως και το ρήμα match (= ταιριάζω), της ρίζας mag- (= ζύμη, μαγίς).
  • mate. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «σύντροφος» και είναι είτε της ρίζας mad- / meh-2 (= υγρός),
    ↔ μαδάω (υγραίνω), είτε της ρίζας met- (= μετρώ) που αναφερόταν σε μετρημένη μερίδα φαγητού, από τη γερμανική gamaton. Η δεύτερη ανήκει αποκλειστικά στον σκακιστικό όρο checkmate και προέρχεται από περσική λέξη για τον νεκρό, ↔ matador (= ταυρομάχος, κατά λέξη «ταυροκτόνος»).
  • matinée (= απογευματινή παράσταση),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, από το λατινικό matutinus (= πρωινός), από τη λατινική λέξη mane (= πρωί, ρωμαϊκή θεά της αυγής, Matuta), της ρίζας ma-, βλ. mammal.
  • mature (= ώριμος),
    από τα λατινικά maturus, manus (= καλός, διαφορετική λέξη από το χέρι), της ρίζας ma- / meh2- (= καλός, μεγάλος), ↔ λέξεις με την κατάληξη -μωρος, βλ. mammal.
  • maul (= σφυρί, κακοποιώ),
    της ρίζας mel(e)- (= αλέθω), ↔ μύλος.
  • mauvais (= ψεύτικος),
    αυτούσια η γαλλική λέξη (= κακός), από τα λατινικά malifatius (= κακότυχος), από malus + fatum.
  • maxillary (= γναθικός),
    από το λατινικό maxilla (= σαγόνι), υποκοριστικό του mala, ↔ μάω / μάσσω (ποθώ / μασώ). Αν και ανατομικός όρος, το επίθετο αναφέρεται επειδή έχει περάσει στο μαξιλάρι, ενώ το ιταλικό παράγωγο mascela (= σαγόνι), έγινε η μασέλα. Βλ. επίσης mandible.
  • May (= Μάιος),
    από τη μυθική Μαία.
  • may (= μπορεί),
    της ρίζας magh- / megh- (= δύναμαι), ↔ μηχανή, βλ. dismay.
  • mayhem (= χάος, πανδαιμόνιο),
    αρχικά νομικός όρος για τον ακρωτηριασμό, από παλιά γαλλική λέξη συγγενή με το maim.
  • meager (= ισχνός, επί πραγμάτων),
    από το λατινικό macer, macri (= αδύνατος), από το μακρός, της ριζας mak-, βλ. emaciated.
  • mean. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Μεσαίος, από τα λατινικά medianus / medius, από το μέσος, της ρίζας medhyo-. #2. Τσιγκούνης, κακός, της ρίζας mei-1 της αλλαγής (mutate). #3. Προτίθεμαι, εννοώ, της ρίζας men-1.
  • meaning (= σημασία),
    όπως το mean #3.
  • measure (= μετρώ),
    από τα λατινικά metio / mensuro (μετρώ), της ρίζας me-.
  • meddle (= ανακατεύομαι),
    από το λατινικό misceo, ↔ μίγνυμι.
  • mediaeval (= μεσαιωνικός),
    από medius (= μέσος) + aevum, (= αιώνας), ↔ eon, αεί.
  • mediate (= μεσολαβώ),
    από medium, από μέσος, της ρίζας medhyο- (= μέσος).
  • mediocre (= μέτριος),
    της ρίζας medhyο- (= μέσος) + όκρις (τραχύς, οξύς), της ρίζας ak- (= άκρο, οξύς).
  • meditation (= διαλογισμός),
    από τα λατινικά meditor (= σκέπτομαι), medeor (= θεραπεύω), ↔ μηδική, Μήδεια, medical, της ρίζας med- (= λαμβάνω μέτρα) των αρχαίων μέδω / μήδω (κυβερνώ) και μήδομαι (σκέπτομαι). Από εδώ προέρχονται ο μαστός και τα μέζεα, τα ανδρικά γεννητικά όργανα, από όπου ίσως έχουμε τον μεζέ (αμελέτητα)!
  • medium (= μέντιουμ, μέτριος, μεσαίος),
    στον πληθυντικό media (= μέσα, εννοείται ενημέρωσης), της ρίζας medhyo- (= μέσος).
  • medlar (= μουσμουλιά),
    από το μέσπιλον (μούσμουλο), το οποίο στα αρχαία αγγλικά λεγόταν openaers (= open-arse)!
  • medulla (= μεδούλι),
    αυτούσια η λατινική λέξη, από medius (= μέσος), της ρίζας medhyo- / me-2 (= μέσος / μετρώ, measure).
  • meek (= ήσυχος),
    της ρίζας me- / meg- / meh2- που δηλώνει μέγεθος, όπως ο μέγας.
  • meet. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη είναι επίθετο και σημαίνει «ταιριαστός», της ρίζας med- των μήδω, μήδομαι. Η δεύτερη είναι το ρήμα «συναντώ», γερμανικής προέλευσης.
  • meiosis (= μείωσις),
    βιολογικός όρος, από μινυός (μικρός), της ρίζας mei-2, διαφορετικός από το miosis (= κλείσιμο ματιού), από το μύω.
  • meld (= ανακατεύω),
    πιθανώς από συνδυασμό melt + weld.
  • meliorate (= καλυτερεύω),
    από το λατινικό melior (= καλύτερος), της ρίζας mel-2, ↔ μάλα.
  • mellow (= ώριμος),
    από το meal (= αλεύρι), της ρίζας mel-1 (= μαλακός).
  • melon (= πεπόνι),
    από το μήλον. ο αρχαίος μηλοπέπων ήταν η κολοκύθα.
  • melt (= τήκομαι),
    της ρίζας mldh- (= μέλδω, μαλακώνω), ↔ μαλθακός, μάλθη (μίγμα κεριού-πίσσας).
  • member (= μέλος),
    από το λατινικό membrum, της ρίζας mems- (= σάρκα), ↔ μηρός, μήνιγξ, μεμβράνη.
  • memento (= ενθύμιο),
    της ρίζας men-1 πνευματικών δραστηριοτήτων, ↔ μάντης και λέξεις που λήγουν σε -mancy.
  • memorabilia (= ενθύμια),
    της ρίζας men-1 για τις νοητικές λειτουργίες.
  • memorandum (= υπόμνημα),
    της ρίζας men-1 για τις νοητικές λειτουργίες.
  • memory (= μνήμη),
    της ρίζας men-1 για τις νοητικές λειτουργίες.
  • menace (= απειλή),
    από τα λατινικά minor (= προεξέχω), mina (= προεξοχή, απειλή), της ρίζας men-2 (= εξέχω), ↔ montage, mount, eminent.
  • menage (= νοικοκυριό),
    της ρίζας men-3 (= μένω), ↔ maisonette, manor, mansion.
  • mend (= επιδιορθώνω, μαντάρω),
    από το λατινικό menda (= σφάλμα, ατέλεια), πιθανώς από το μενετός, αυτός που παραμένει, της ρίζας mend- (= ελάττωμα).
  • mendacious (= ψευδής),
    από τα λατινικά mendax (= ψεύτης) και mentior (= ψεύδομαι), της ρίζας mend- (= ελάττωμα), ↔ μητίομαι (μηχανεύομαι), μήτις (σοφία, πανουργία).
  • mendicant (= επαίτης),
    όπως το mend.
  • menial (= οικιακός),
    της ρίζας men-3 (= μένω).
  • menstruum (= έμμμηνα, έμμηνος ρύσις, υγρό γενικά),
    αυτούσιο το oυδέτερο του λατινικού επιθέτου menstruus (= μηνιαίος, αρχικά μισθός), από τη μήνη (σελήνη), ↔ month.
  • mental (= νοητικός),
    της ρίζας men-1 για τις νοητικές λειτουργίες, βλ. comment.
  • mention (= αναφέρω),
    από τα λατινικά mens, mentis (= σκέψη, πνεύμα, διάνοια).
  • mercantile (= εμπορικός),
    όπως το mercy.
  • merchant (= έμπορος),
    όπως το mercy.
  • mercy (= έλεος),
    από το λατινικό merx (= εμπορεύματα), από το μείρω (παρακείμενος μέμερκα) = διαιρώ, μοιράζω, ↔ ο θεός του εμπορίου Mercurius (Ερμής). Tο merx προήλθε από το παλαιότερο merces, mercedis (= αμοιβή), ενώ το γυναικείο όνομα Mercedes από ονομασία στα ισπανικά της Παναγίας, Maria de las Mercedes (Ελεούσα). Μια εναλλακτική πρόταση για το merx είναι από το αρχαίο μάρπτω (αρπάζω).
  • mere. Πρόκειται για δύο διαφορετικες λέξεις. H πρώτη είνaι επίθετο και σημαίνει «απλός, μόλις», της ρίζας (s)mer-2 (= μοιράζομαι),
    ↔ μέρος, μοίρα, polymer, Moira. Η δεύτερη είναι ουσιαστικό και σημαίνει «θάλασσα, λίμνη», της ρίζας mori-, με ομόρριζα τη γαλλική, mer, και τη γερμανική, Meer, θάλασσα, την αρχαία μύρη.
  • meretricious (= προσποιητός),
    από το λατινικό meretrix για την πόρνη, κατά λέξη «γυναίκα που παίρνει χρήματα», όπως το mere.
  • meridian (= μεσημβρινός),
    σύνθετη λέξη, της ρίζας medhyo- (= medium, μέσος) + dies (= ημέρα), της ρίζας dyeu- (= λάμπω, δήλος).
  • merit (= ηθική αξία),
    από το λατινικό meritum, της ρίζας (s)mer-2 (= μοιράζομαι), ↔ μοίρα, μέρος.
  • meritorious (= αξιέπαινος),
    όπως το merit.
  • mess (= ακαταστασία, χώρος εστίασης),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ mission, μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • message (= μήνυμα),
    όπως το mess.
  • mete (= μοιράζω),
    της ρίζας med-, αρχικά me- (= μετρώ).
  • methane (= μεθάνιο),
    από τη μεθυλική αλκοόλη, wood spirit. Το επίθετο μεθυλικός είναι σύνθετο από το αρχαίο μέθυ (γλυκό ποτό), ↔ μέλι + την ύλη (δάσος, ξύλο), γι’ αυτό η μεθανόλη είχε μεταφραστεί σε ξυλόπνευμα.
  • meticulous (= δειλός, σχολαστικός, λεπτολόγος),
    από το λατινικό metus (= φόβος), ↔ mess.
  • mews (= ονομασία δρόμων, αντί street, αρχικά «ιερακώνας» κατά το περιστερώνας, ύστερα στάβλος). Κατά τον Μεσαίωνα οι ευγενείς διατηρούσαν εξημερωμενα γεράκια για το κυνήγι σε ειδικά κτίρια, mews, από το γαλλικό muer
    (= αλλάζω, αρχικά φτέρωμα), από το muto, της ρίζας mei-1. Άλλες εκδοχές συνδέονται με το musket, όνομα ενός γερακιού, και τη μύγα, mosca στα ιταλικά.
  • mica (= μαρμαρυγίας),
    από το λατινικό mico (= τρεμοφέγγω, πινθηρίζω), της ρίζας meyk-. Εναλλακτικά από τη ρίζα smig- (= σμικρός, μικρός), ↔ formica.
  • micturition (= έντονη επιθυμία για ούρηση),
    βλ. mistletoe.
  • middle (= μέσος),
    ↔ medium.
  • midge (= σκνίπα),
    όπως το mosquito.
  • midget (= ανθρωπάκι, νάνος),
    όπως το mosquito.
  • midwife (= μαία),
    από medium + wife (= σύζυγος), άγνωστης ετυμολογίας, ↔ woman.
  • mien (= έκφραση προσώπου),
    όπως το menace.
  • might (= δύναμη, μπορεί),
    όπως το may.
  • migrate (= μεταναστεύω),
    από το λατινικό migro, της ρίζας mei-1 (= αλλάζω), ↔ αμείβω, mad.
  • mild (= ήπιος),
    γερμανικής προέλευσης, των ριζών mel-1 / meldh- / mala- (= μαλακός), ↔ μέλδω, μύλος, Mildred.
  • mildew (= μούχλα),
    σύνθετη λέξη, από meal + dew. Το meal εδώ δεν είναι το γεύμα, αλλά τα αλεσμένα σιτηρά, της ρίζας mele-, ↔ μύλος.
  • milieu (= περίγυρος),
    σύνθετη γαλλική-αγγλική λέξη, με πρώτο συστατικό της ρίζας medhyο- (= μέσος) και δεύτερο το λατινικό locus (= τόπος), αρχικής μορφής stlocus, της ρίζας των στέλλω / ίστημι.
  • millennium (= χιλιετία),
    από mille (= χίλια) + annus / ennus (= έτος), από το αρχαίο έτος, ένος.
  • milliner (= καπελάς),
    από την έκφραση Milan wares (= εμπορεύματα από το Μιλάνο). Η πόλη στα λατινικά λεγόταν Mediolanum, από medium (= μέσος, πρωτοελληνικό μέτσος) + lanu (= πεδιάδα, από τοπική ονομασία).
  • mince (= κομματιάζω),
    από minutus (= μικρός), από minus (= μείων), ↔ μινυός (μικρός), μείον.
  • mind (= πνεύμα),
    όπως το mental.
  • mindful (= προσεκτικός),
    όπως το mental.
  • mingle (= ανακατεύω),
    όπως το among.
  • mint. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «μέντα» και προήλθε από τη Μίνθη, μυθολογική νύμφη που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο βότανο. Η δεύτερη σημαίνει «νομισματοκοπείο» και είναι συγγενής με το money, από τη μονία Ήρα.
  • miracle (= θαύμα, όπως το marvel.
  • mirage (= αντικατοπτρισμός),
    όπως το marvel.
  • mirror (= καθρέφτης),
    όπως το marvel.
  • mirth (= ευθυμία),
    της ρίζας mreghu- (= βραχύς).
  • miscellaneous (= μικτός),
    από το λατινικό miscellus (= μικτός), από misco (= αναμιγνύω), ↔ μίσγω / μίγνυμι.
  • mischievous (= άτακτος, κακόβουλος),
    από το mis- (δυσ-, κακο-), της ρίζας mei-2 (= μικρός) + chief (= αρχηγός), από caput (= κεφαλή). Το επίθετο ανήκει στα αζευγάρωτα.
  • miscible (= αναμίξιμος),
    της ρίζας meik-.
  • misdeed (= αδίκημα),
    από mis- (βλ. προηγούμενο) και deed.
  • miserable (= άθλιος),
    από το λατινικό miser, από το μίσος ή τον μυσαρό.
  • misericord (= σπλαχνικός),
    από τα λατινικά miser + cor, cordis, η πρώτη λέξη = άθλιος, όπως η μιζέρια, από τον μυσαρό (ακάθαρτος) ή από το μίσος, κατ’ άλλους άγνωστης προέλευσης. η δεύτερη = καρδιά.
  • misery (= στενοχώρια),
    όπως το miser του misericord.
  • misfeasance (= κατάχρηση εξουσίας, παράβαση),
    από το mis- (δυσ-, κακο-) + τη ρίζα dhe- του τίθημι.
  • mishap (= ατύχημα),
    από το πρόθεμα mis- (δυσ-, κακο-), της ρίζας mei-1, + hap (= τύχη), γερμανικής προέλευσης.
  • miss. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «αστοχώ», της ρίζας mei-1 (= αλλάζω, κινούμαι),
    ↔ αμοιβή. Η δεύτερη είναι η δεσποινίδα, συντομογραφία της mistress, από το γαλλικό maitresse, από το λατινικό magister (= μάγιστρος, master), από το μέγας.
  • misshapen (= παραμορφωμένος),
    από mis- (δυσ-, κακο-), της ρίζας mis-1 / mei-1 (= αλλάζω) + shape.
  • missile (= πύραυλος),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • mission (= αποστολή),
    όπως το missile.
  • missionary (= ιεραπόστολος),
    missile.
  • missive (= μήνυμα),
    όπως το missile.
  • mistletoe (= γκι),
    σύνθετη λέξη από mist (= ομίχλη), λέξεις ομόρριζες, + tan (= κλαδί).
  • mist (= ομίχλη),
    της ρίζας meigh- (= ουρώ), από το αρχαίο ομείχω (ουρώ, το ο είναι προθεματικό), ↔ μοιχός, για να υποβαθμίσει την εξωσυζυγική σχέση. Σημειώνεται μια αρχαιοελληνική λέξη για ην επιθυμία προς ούρηση, η λιψουρία, όπου η λιψ προέρχεται απο το λίπτομαι,
  • mistreat (= κακομεταχειρίζομαι),
    από το mis- (κακο-), της ρίζας mis-2 / mei-2 (= μειώνω, μικρός) + treat, της ρίζας dragh- (= σύρω).
  • mite (= άκαρι),
    της ρίζας mei-2 (= μικρός), όπως τα minus, μείον. Μια άλλη έννοια του mite είναι νεαρός (μπόμπιρας) και λιγάκι.
  • mitigate (= ανακουφίζω),
    από τα λατινικά mitis (= ήπιος), της ρίζας mei-2, ↔ μινύθω (μειώνω), μειλίσσω (περιποιούμαι), + ago (= άγω).
  • mitten (= γάντι με ένα δάκτυλο),
    από τα λατινικά *medietana (= χωρισμένος στη μέση), από medius (= μεσαίος), ↔ moiety.
  • mix (= ανακατεύω),
    απο τα αρχαία μίσγω (έδωσε το σμίγω), μίγνυμι.
  • mixture (= μίγμα),
    από misceo / misco (= αναμιγνύω), από μίσγω / μίγνυμι.
  • mobilization (= κινητοποίηση),
    από το mobile (= κινητός), της ρίζας meue- (= κινώ), ↔ αμεύω.
  • mock (= κοροϊδεύω),
    πιθανή προέλευση η λατινική mucus (= μύξα), ↔ μύκης, της ρίζας meug- /mew-k- (= γλιστρώ, γλοιώδης).
  • moderate (= μετριάζω),
    από modus (= τρόπος), της ρίζας med-, του αρχαίου μήδω (κυβερνώ), βλ. medidation.
  • modest (= μετριόφρων),
    όπως το moderate.
  • modicum (= ελάχιστη ποσότητα),
    απευθείας από το λατινικό, της ρίζας med-, όπως το moderate.
  • modular (= αρθρωτός),
    όπως το moderate.
  • module (= ενότης),
    όπως το moderate.
  • moiety (= μισό),
    ↔ meridian.
  • moist (= υγρός),
    από το λατινικό mucidus (= γλοιώδης, μουχλιασμένος), από mustus (= νέος, υγρός), αν και musty σημαίνει «μπαγιάτικος», ↔ mucus (= βλέννα), μύκης, μύσσομαι, μύξα, μόσχος, μούτσος, της ρίζας meug- (= γλιστρώ).
  • mold / mould. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Σημαίνει «καλούπι, διαμορφώνω», της ρίζας med- (= μήδω, κυβερνώ). #2. Σημαίνει «χαλαρή γη», της ρίζας mele-
    (= αλέθω), του μύλου. #3. Σημαίνει «μούχλα», της ρίζας meug- (= γλιστερός), του μύκητα, ή της mele- (= επίσης μαλακός).
  • mole. Η λέξη είναι ουσιαστικό με τέσσερις διαφορετικές σημασίες και τρεις ετυμολογίες: #1. Mole = γραμμομόριο, από molecule (= μόριο) που πρωτοεμφανίστηκε στο γερμανικό μοριακό βάρος, Μolekulargewicht. ετυμολογείται όπως το επόμενο. #2. Mole = μώλος, φράγμα, από το λατινικό moles
    (= φράγμα, μάζα). μώλος σήμαινε κυρίως τον μόχθο του πολέμου, ↔ αντιμωλία, μογέω (κοπιάζω), μόγις / μόλις. #3. Mole = κρεατοελιά, από το μιαίνω (μολύνω, κηλιδώνω). #4. Mole = τυφλοπόντικας, από τη γερμανική του ονομασία, από λέξεις για γη και ρίχνω.
  • molest (= παρενοχλώ),
    από το λατινικό molesto, από mole (= μάζα) + sto (= ίστημι).
  • mollusk (= μαλάκιο),
    από το λατινικό mollis (= μαλακός), όπως το malt.
  • molo (= αλέθω). Εναλλακτικά της ρίζας meh1y- των μειλίσσω (ηρεμώ),
    mitis (= ήπιος), ↔ μειλίχιος, αμείλικτος.
  • molt / moult (= αλλάζω δέρμα, τρίχωμα),
    από το λατινικό muto (= αλλάζω), από το αμεύω (αλλάζω), της ρίζας mei-1 (= κινούμαι).
  • momentum (= ορμή),
    αυτούσια η λατινική λέξη, από moveο (= κινούμαι), ↔ αμεύομαι (αμείβομαι, νικώ), αμύνω (αποκρούω), mob (= όχλος), moment (= στιγμή), της ρίζας meue- (= ωθώ).
  • monger (= έμπορος),
    από τα λατινικά mangonium (= επίδειξη εμπορευμάτων), mango, mangonis (= μικρέμπορος), ↔ μαγγανεία. Συνήθως χρησιμοποιείται σε σύνθετα, όπως fishmonger, ironmonger.
  • mongrel (= σκύλος ημίαιμος, μπάσταρδος),
    όπως το mingle.
  • monition (= προειδοποίηση),
    από το λατινικό moneo (= συμβουλεύω), της ρίζας men-1 για τις νοητικές λειτουργίες, ↔ μανθάνω, μαίνομαι, μιμνήσκω, μόστρα.
  • monitor (= οθόνη),
    όπως το monition.
  • monk (= μοναχός),
    της ρίζας men-1 για τις νοητικές λειτουργίες.
  • monocle (= μονόκλ),
    από μονός + oculus (= οψ, μάτι).
  • monster (= τέρας),
    από το λατινικό ρήμα moneo (= συμβουλεύω), της ρίζας men-1.
  • monstrosity (= τερατούργημα),
    όπως το monster.
  • monument (= μνημείο),
    όπως το monster.
  • mood. Πρόκειται για λέξη με δύο σημασίες. Η πρώτη είναι η γραμματική «έγκλιση» των ρημάτων, από το λατινικό modus (= τρόπος),
    της ρίζας med- του μήδομαι. επίσης έχει προταθεί το mos, moris (= ήθος), ↔ μαίομαι (μοχθώ), αμοραλισμός. Η δεύτερη σημασία είναι «διάθεση», γερμανικής καταγωγής.
  • moon (= φεγγάρι),
    από τη μήνη (φεγγάρι).
  • moor. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Αγκυροβολώ, γερμανικής καταγωγής. #2 Χερσότοπος, έλος, σχετίζεται μάλλον με το παλιό ουσιαστικό mere για τη θάλασσα (σήμερα σημαίνει τη λιμνούλα), από την αρχαία μύρη, τη λατινική θάλασσα, mare, της ρίζας mori-
    (= όγκος νερού), ↔ marsh. #3 Με κεφαλαίο Μ είναι ο Μαυριτανός, από μαύρος.
  • moot (= θεωρητικής αξίας),
    της ρίζας med- (= μήδομαι), ↔ μήδω, μέδουσα, meet #1.
  • mooted (= σχεδιαζόμενος, αμφισβητούμενος),
    όπως το moot.
  • moral (= ηθικός, επιμύθιο),
    από το λατινικό mos, moris, ↔ μαίομαι (ερευνώ, επιχειρώ), μάστιξ, μαστρωπός. επίσης έχει προταθεί η ρίζα meh-1 (= μετρώ).
  • morass (= βάλτος),
    όπως το marsh.
  • moratorium (= αναστολή, καθυστέρηση),
    λέξη επίσης λατινική, από mora (= καθυστέρηση), ↔ μάρτυς, μέριμνα.
  • morbid (= μακάβριος),
    από το λατινικό morior (= πεθαίνω), της ρίζας mer- / mr-o- (= βλάπτω), ↔ βροτός και μορτός (θνητός), μείρομαι (συμμετέχω), μαραίνω / μαρασμός, marasmus, μόριο. Ο Μόρος ήταν θεός του θανάτου, ενώ μόρος λεγόταν το πεπρωμένο.
  • morbidity (= νοσηρότης),
    όπως το morbid.
  • mordant (= δηκτικός),
    από το λατινικό mordeo (= δαγκώνω), της ρίζας mer- (= βλάπτω), ↔ μαρασμός.
  • morgue (= νεκροτομείο),
    από τη λατινική murrum (= μούρη, μουσούδα).
  • moribund (= ετοιμοθάνατος),
    όπως το morbid. Το επίθημα -bund είναι από ρηματικό τύπο του esse (= είμαι).
  • moron (= ηλίθιος),
    από το λατινικό morus, μωρός, από μαωρός, ↔ μάω / μαίομαι (ποθώ / αναζητώ), μάταιος, oxymoron, της ρίζας me- / mo-.
  • morose (= δύσθυμος),
    από το λατινικό mos, moris (= ήθος), όπως το moron.
  • morphine (= μορφίνη),
    από τη μορφή, από το μαρμαίρω (λάμπω). Ο Μορφέας, θεός του ύπνου που επιφέρει η μορφίνη, εμφανιζόταν με διάφορες μορφές.
  • morsel (= μπουκιά),
    της ρίζας mer- (= βλάπτω), ↔ μαρασμός.
  • mortal (= θνητός),
    όπως το morbid.
  • mortality (= θνησιμότης),
    όπως το morbid.
  • mortgage (= υποθήκη),
    από το λατινικό mors, mortis (= θάνατος, βλ. morbid ) + wage (= αμοιβή).
  • mosquito (= κουνούπι),
    υποκοριστικό στα ισπανικά της mosca (= μύγα).
  • moss (= βρύο),
    γερμανικής καταγωγής, της ρίζας meus- / mus- (= υγρός), ↔ μυσαρός (βρώμικος), από όπου προήλθε μια από τις πολλές αγγλικές φοβίες, mysophobia, χωρίς αντίστοιχη ελληνική λέξη.
  • motif (= μοτίβο),
    της ρίζας meue- (= κινώ, απωθώ), όπως το motility. Μια άλλη εκδοχή συνδέει το moss με το λατινικό muscus, τον μόσχο, αραβικής / ινδικής προέλευσης (musk).
  • motility (= κινητικότης),
    από το λατινικό moveo (= κινούμαι), της ρίζας mei-1 / meue- (= ωθώ, κινώ), ↔ αμεύομαι (υπερτερώ), αμύνω (προφυλάσσω), μύνη (πρόφαση), mobile, move.
  • motto (= γνωμικό, συμβουλή),
    ιταλικής προέλευσης από το λατινικό ηχομιμιμητικό muttio (= mutter, μουρμουρίζω). mot στα γαλλικά είναι η λέξη.
  • mountain (= βουνό),
    από το λατινικό mons, montis, από το mina (= απειλή, προεξέχον σημείο), της ρίζας men-2.
  • mourn (= πενθώ),
    γερμανικής προέλευσης, ↔ memory, μέριμνα, μέρμερος (άτακτος), της ρίζας (s)mer-1 (= θυμάμαι). λιγότερο πιθανή είναι η ρίζα mer- (= σκοτώνω), με παράγωγα τα μάρτυρ / μάρτυς.
  • much (= πολύ),
    ↔ μέγας.
  • mucronate (= οξύληκτος),
    βοτανικός όρος, από το λατινικό mucro (= ακίδα), μύκρον ↔ αμύσσω (κομματιάζω), από α- + μυκ- της αμυχής.
  • mud (= λάσπη),
    κατευθείαν από το αρχαίο μύδος (ο) που σήμαινε υγρασία, μούχλα, συγγενές με τα μύδρος, μυσαρός, μύρω (στάζω), της ρίζας (s)meu- / mu-.
  • muesli (= μούσλι),
    γερμανικής προέλευσης, της ρίζας mad- (= υγρός), ↔ mast #2, μαδαρός, μαστός.
  • mulch (= οργανικό λίπασμα),
    της ρίζας mel-1 (= μαλακός).
  • mule (= μουλάρι),
    από το λατινικό mulus (= μούλος νόθος).
  • mullet (= μπαρμπούνι),
    από το αρχαίο μύλλος (κοκκινωπός), ↔ μέλας.
  • multifarious (= ποικίλος),
    το πρώτο συστατικό multus (= πολύς), από το μάλα, της ρίζας mel-4 (= πολύς, ισχυρός). το δεύτερο από το επίθημα -farian (= της θέσης), της ρίζας dwi- (= δύο) ή dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • multiplication (= πολλαπλασιασμός),
    από το λατινικό plecto ή plico (= πλέκω).
  • multitude (= πλήθος),
    από multus (= πολύς), ↔ μάλα.
  • municipal (= δημοτικός),
    από τα λατινικά munus (= υπηρεσία, δώρο), της ρίζας mei-1 (για ανταλλαγές), ↔ αμοιβάδα, + capio (= κάπτω), της ρίζας kap- (= αρπάζω), ↔ chase, gaffe, participate.
  • munificent (= γενναιόδωρος),
    από τα λατινικά munus (= υπηρεσία, δώρο), της ρίζας mei-1 (για ανταλλαγές), ↔ αμοιβάδα, + facio.
  • murder (= φόνος, δολοφονώ),
    γερμανικής καταγωγής, της ρίζας mer- (= βλάπτω), ↔ μαραίνω, βροτός. Συναφής είναι η ρίζα smer- (= σκέπτομαι), ↔ μερίδιο, μόρος (θάνατος).
  • murine (= μυοειδής),
    της ρίζας mus- (= υγρός), από mus (= μυς) ή μύω (κλείνω), ↔ moss.
  • murmur (= μουρμουρίζω),
    από το μορμύρω.
  • muscular (= μυώδης),
    όπως το murine.
  • musk (= μόσχος, το άρωμα),
    από το λατινικό muscus, από το mus (= μυς), ↔ μούσκλια, μυελός. Ο μόσχος / μοσχάρι είναι από τα όζος, όσχος (βλαστάρι) του έχω.
  • mussel (= μύδι),
    από το μύω (κλείνω), ↔ mus (= μυς), μυστήριο.
  • mustang (= είδος αλόγου),
    από την ισπανο-μεξικανική λέξη mestengo για περιπλανώμενο ζώο που γίνεται μέλος κοπαδιού εξημερωμένων ζώων, με τα οποία αναμιγνύεται. οι ιδιοκτήτες των ζώων, mestas, μοιράζονταν αυτά τα νεοφερμένα που αποκαλούσαν mustangs, μικτά, της ρίζας meik-.
  • muster (= μαζεύω, επιθεώρηση),
    από το γαλλικό montrer (= δείχνω), ↔ monster, μόστρα, της ρίζας men-1.
  • must. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «πρέπει» και σχετίζεται με το μήδομαι, ενώ η δεύτερη σημαίνει «μούστος» , όπως το moist.
  • musty (= μπαγιάτικος),
    όπως το moist.
  • mutable (= ευμετάβλητος),
    όπως το mutual.
  • mutual (= αμοιβαίος),
    της ρίζας mei- 1 (= κινούμαι, αλλάζω), ↔ αμείβω.
  • mystery (= μυστήριο),
    από τα μύω (κλείνω) + στόμα, επειδή οι μύστες δεν έπρεπε να αποκαλύπτουν τα μυστήρια.
No Comments