Μ

  • Μαγεύς = ζυμωτής ↔ make
  • μαδάω = είμαι υγρός (μαδαρός) ↔ emanate
  • μαίομαι = επιχειρώ ↔ moral
  • μάκελλον = μαντρί ↔ massacre
  • μάλα = πολύ ↔ ameliorate
  • μάλθη = μίγμα κηρου + πίσσας ↔ melt
  • μάλον / μήλον = πρόβατο ↔ small
  • μάν(ν)ος = περιδέραιο ↔ mane
  • μανός = αραιός ↔ manometer
  • μανύω / μηνύω = δείχνω με το χέρι, ↔ manager
  • μαργός = άπληστος ↔ gastrimargic
  • μάρη = χέρι ↔ command
  • μαρμαίρω = λάμπω ↔ morphine
  • μάρναμαι = πολεμώ ↔ March
  • μάρπτω = αρπάζω ↔ mercy
  • μάσμα = αναζήτηση ↔ memory
  • μάσσω = μασώ, ζυμώνω ↔ masticate
  • μάσταξ = στόμα ↔ mandible
  • μάω = ποθώ, προσπαθώ ↔ mood
  • μέδω / μήδω = άρχω ↔ medical
  • μέθυ = γλυκός οίνος ↔ meadow
  • μειλίσσω = ηρεμώ ↔ mitigate
  • μείραξ = νέος, νέα ↔ marry
  • μείρω = διαιρώ, μοιράζω ↔ mark
  • μέλδω = λειώνω ↔ melt
  • μέλε = φίλε μου ↔ ameliorate
  • μέλεος = άχρηστος ↔ blame
  • μελίνη = κεχρί ↔ millet
  • μενετός = αυτός που παραμένει ↔ mend
  • μερμαίρω = μεριμνώ ↔ demonstrate
  • μέρμερος = άτακτος ↔ mourn
  • μετιώ = ρίχνω, υποχωρώ ↔ admission
  • μήδομαι = φροντίζω, εφευρί1σκω ↔ meet
  • μήδω = κυβερνώ ↔ medical
  • μήνη = σελήνη ↔ moon
  • μητίομαι = μηχανεύομαι ↔ mend
  • μήτις = σοφία ↔ meter
  • μινύθω = μικραίνω ↔ demean
  • μινυός = μικρός ↔ mince
  • μίσγω / μίγνυμι = ανακατεύω ↔ mixture
  • μνάομαι / μιμνήσκω = θυμάμαι, σκέπτομαι ↔ memory
  • μογέω = κοπιάζω ↔ demolition
  • μόγος = μόχθος ↔ molecule
  • μορμύρω = μουρμουρίζω ↔ murmur
  • μόρμω = φοβίζω ↔ formidable
  • μορύσσω = κηλιδώνω ↔ emery
  • μύδος = υγρασία, μούχλα ↔ mud
  • μύδρος = διάπυρος σίδηρος ↔ smoke
  • μυΐσκα = μυγάκι ↔ musketeer
  • μύκρον = αιχμηρό άκρο ↔ mucronate
  • μύλλος = κοκκινωπός ↔ mullet
  • μύνη = πρόφαση ↔ move
  • μύρα = θάλασσα ↔ marine, myriad
  • μυσαρός = βρώμικος ↔ miserable
  • μύσσομαι = ξεμυξιάζομαι ↔ moist
  • μύω = κλείνω ↔ immure
  • μώλος = μόχθος πολέμου ↔ molecule
No Comments