N

  • Nail (= νύχι, καρφί),
    από το λατινικό unguis (= όνυξ, νύχι), της ρίζας onοgh-.
  • naked (= γυμνός),
    ομόρριζα, από το λατινικό nudus, της ρίζας nogw-.
  • name (= όνομα),
    επίσης όνυμα, στα λατινικά nοmen. Η ρίζα της λέξεις αποδίδεται με ποικιλία μορφών με απλούστερο τον τύπο no-men-, μέσω της γερμανικής οδού. Onomastics είναι η μελέτη των κύριων ονομάτων, ενώ έχουν καταγραφεί 67 λέξεις που λήγουν σε -nym, πολλές χωρίς αντίστοιχη ελληνική, όπως το phantonym.
  • napalm (= ναπάλμ),
    από τα οξέα ναφθενικό και παλμιτικό, τα οποία απαντούν ως άλατα αργιλίου στις εμπρηστικές βόμβες ναπάλμ. Το ναφθενικό οξύ, προϊόν της νάφθας, είναι συλλογική ονομασία για καρβοξυλικά οξέα με κυκλοπεντανικό και κυκλοεξανικό δακτύλιο.
  • narrate (= διηγούμαι),
    από τα λατινικά narro, gnarus (= αυτός που γνωρίζει), ↔ γιγνώσκω, know, της ρίζας gno-.
  • narwhal (= ναρβάλ, θαλάσσιο θηλαστικό),
    σύνθετη λέξη με πρώτο συνθετικό που σημαίνει «θάνατος» και δεύτερο τη φάλαινα, whale.
  • Natalie (= Ναταλία),
    της ρίζας gene- (= γίνομαι, γένος).
  • natant (= επιπλέων),
    ↔ νάω (ρέω), νήχω (κολυμπώ), Ναϊάδες, της ρίζας sna- (= κολυμπώ).
  • nation (= έθνος),
    από το λατινικό nascοr (= γεννιέμαι), ομόρριζα, της ρίζας gene- (= γίγνομαι, γένος).
  • natty (= στιλάτος),
    όπως το neat.
  • naufragous (= που προκαλεί ναυάγιο),
    από τη γαλλική naufrage (= ναυάγιο), σύνθετη λέξη από ναυς + το λατινικό frango (= σπάζω), ↔ ρήγνυμι, της ρίζας bhreg- / bhreu- ή bheyd- (= σχάζω).
  • naughty (= άτακτος),
    από το naught (= μηδενικό), σύνθετη λέξη από το αρνητικό μόριο ne- (= νη) + wight (= πρόσωπο), γερμανικής προέλευσης, αλλά τελικά της ρίζας aiw-, ↔ αιών, eon, στα λατινικά aevum.
  • nave. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη, της ρίζας nau-, του ναυτικού, σημαίνει το κεντρικό κλίτος ναού, ενώ η δεύτερη σημαίνει το κέντρο του τροχού, ↔ navel.
  • navel (= ομφαλός),
    ομόρριζα, όπως το λατινικό umbilicus, της ρίζας h3nebh-.
  • neat (= καθαρός),
    από το λατινικό niteo (= λάμπω), ↔ νίζω (νίπτω), της ρίζας nei-.
  • nebula (= νεφέλωμα),
    ομόρριζα, από το λατινικό nubes (= νέφος).
  • necessary (= απαραίτητος),
    από το λατινικό necessarius, από ne- (= νη-) + cedo (= υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από τη ρίζα του sedeo (= κάθομαι).
  • nectar (= νέκταρ),
    από νέκυς (θάνατος) + τη ρίζα tere-2 (= νικώ), του τείρω (τρίβω, εξαντλώ).
  • needle (= βελόνα),
    από νέω / νήθω (κλώθω), ↔ νήμα, νεύρο, της ρίζας (s)ne- (= γνέθω, ράβω).
  • nefandous (= άρρητος, ανείπωτος),
    όπως το nefarious.
  • nefarious (= βλαβερός, αισχρός),
    από το λατινικό nefas (= έγκλημα), από ne- (νη- δηλ. μη) + fas (= θεϊκός νόμος, το ορθόν), από το fοr (= ομιλώ), ↔ φημί / φωνή.
  • negative (= αρνητικός),
    από το λατινικό nego, όπως στο deny.
  • neglect (= παραμελώ),
    από τα λατινικά nec- (= νη, αρνητικό μόριο) + lego.
  • negotiate (= διαπραγματεύομαι),
    από τα λατινικά negotio (= επιχείρηση), από ne- / neg- (= αρνητικά προθέματα, νη) + otium (= ελεύθερος χρόνος), πιθανώς ομόρριζο με ετός (ματαίως) ή άκριος (= κενός).
  • neighbor (= γείτονας),
    από neigh (= near, κοντά, γερμανικής προέλευσης) + ρίζα bheue- (= φύω, υπάρχω).
  • nematic (= νηματικός),
    από νήμα, νέω (κλώθω). Σημειώνεται η ύπαρξη άλλων δύο νέω (πλέω και συσσωρεύω).
  • neptunium (= νεπτούνιο),
    από τον ρωμαϊκό θεό Neptunus, αντίστοιχο του Ποσειδώνα, ↔ νέφος, nubes / nebulus.
  • nescient (= αδαής),
    από τα λατινικά ne (= νη) + scio (= γνωρίζω, διακρίνω), από το scindο (= κόβω, διαιρώ), ↔ σχίζω.
  • nest (= φωλιά),
    από τα λατινικά nidus, ni (= κάτω) που απαντούν στο beneath (= από κάτω) + sedeo (= κάθομαι), ↔ έζομαι.
  • nestle (= φωλιάζω),
    όπως το nest.
  • net (= νέτος, καθαρός),
    όπως το neat.
  • nettle (= τσουκνίδα),
    της ρίζας ned- / gnod- του αρχαίου νέω (= συσσωρεύω), βλ. connect.
  • neuter και neutral (= ουδέτερος),
    από τα λατινικά ne (= νη) + uter, ↔ whether, πότερος (ποιο από τα δύο), της ρίζας qwi- / qwo-, βλ. cue.
  • never (= ποτέ),
    από ne (= νη) + ever.
  • newel (= στήλη),
    όπως το knot.
  • newfangled (= νεόκοπος, επιρρεπής στις καινοτομίες),
    από new (= νέος) + fang.
  • nexus (= σχέση, σύμπλεγμα),
    από το λατινικό necto (= συνδέω) της ρίζας ned- / gned- (= συνδέω), ↔ γνάθος, knot.
  • nice (= όμορφος),
    αρχικά σήμαινε «ανόητος», από το λατινικό nescius (= αμαθής), από ne- + scio (= γνωρίζω, αρχικά διακρίνω), από το scindο (= κόβω, διαιρώ), ↔ σχίζω.
  • niche (= εσοχή, φωλιά, εξειδικευμένος, τοποθετώ),
    από τη γαλλική λέξη niche, είτε από το λατινικό mitulus (= μιτύλος, μύδι) είτε από το nidus, βλ. nest.
  • nick (= γρατζουνώ),
    όπως το niche.
  • nickname (= προσωνύμιο),
    από την έκφραση “an ekename” (= ένα πρόσθετο όνομα), από το παλιό αγγλικό eke (= μακραίνω), της ρίζας aug-1 (= αυξάνω) + name.
  • night (= νύχτα),
    ↔ nox / νυξ, της ρίζας ne(g)-, βλ. negotiate.
  • nightingale (= αηδόνι),
    από night + gale, από τα αρχαία αγγλικά galan (= τραγουδώ) και giellan που εξελίχθηκαν σε yell / yelp (= ουρλιάζω), της ρίζας ghel-1 (= καλώ, τραγουδώ), ↔ κίχλη, χελιδόνι. Αυτούσια η λέξη gale σημαίνει την ανεμοθύελλα.
  • nightmare (= εφιάλτης),
    από night + mare (= κακό πνεύμα), ↔ morbid, remorse, μόρος (θάνατος), της ρίζας mer- (= βλάπτω).
  • nihilism (= μηδενισμός),
    από τα λατινικά nihil ( συντομευμένο, nil), από ne (= νη) + hilum (= ασήμαντο πράγμα).
  • nimble (= επιδέξιος),
    της ρίζας nem- (= διαιρώ, ορίζω), ↔ νέμω (βόσκω), νόμος.
  • nimiety (= περίσσεια),
    από τα ne- + ρίζα mei-2 (= μειώνω).
  • nip (= τσιμπώ),
    της ρίζας ken- (= ξύνω), ↔ κνίζω, σκνιψ (σκνίπα).
  • Nirvana (= νιρβάνα),
    ινδική λέξη, της ρίζας we- (= φυσώ), ↔ weather, wing, άημι.
  • nit (= αβγό της ψείρας),
    ↔ κόνιδα.
  • nod (= νεύω),
    από το λατινικό nuo (= νεύω).
  • node (= κόμβος),
    από το λατινικό nodus, ↔ knot, noose (= θηλειά), γνάθος.
  • nodule (= οζίδιο, κόνδυλος),
    από το nodulus, υποκοριστικό του nodus, όπως το node.
  • noisome (= βλαβερός),
    όπως το annoy. Δεν έχει σχέση με noise (= θόρυβος) που σχετίζεται με τη ναυτία. Το δεύτερο συστατικό -some είναι της ρίζας sem- του ενός.
  • nomenclature (= νομενκλατούρα),
    από το nomen (= όνομα) + calator (= αυτός που καλεί), από το calo (= καλώ), της ρίζας kele-2.
  • nonchalant (= νωχελικός),
    από τη γαλλική θερμότητα, chaleur, από το λατινικό caleo (= θερμαίνω), το αρχαίο κήλεος (δωρικός κάλεος) που σήμαινε ‘καυστικός’, από το καίω, της ρίζας kele-1. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει επίθετο chalant (unpaired word, αζευγάρωτη λέξη).
  • noose (= θηλιά),
    όπως το knot.
  • normal (= κανονικός),
    από το γνώμα (γνώρισμα), μέσω των λατινικών groma, norma, ↔ γιγνώσκω, know.
  • nostalgia (= νοσταλγία),
    από νόστος και νέομαι (επιστρέφω) + άλγος και αλέγω (φροντίζω). Η λέξη είναι νεολατινική και πρωτοεμφανίστηκε σε μια ιατρική διατριβή, τον 17ο αιώνα.
  • notice (= σημείωση),
    από cognitus, notus (= γνωστός), από γνώθω (νιώθω), ↔ γιγνώσκω.
  • notorious (= διαβόητος),
    όπως το notice.
  • noun (= όνομα),
    ομόρριζα, της ρίζας no-men-.
  • noxious (= βλαβερός),
    από το λατινικό nex (= σφαγιάζω), της ρίζας nek-1 (= νέκυς, θάνατος), όπως ο νεκρός.
  • nozzle (= ακροφύσιο, στόμιο),
    συγγενές με nose, πιθανώς έχει σχέση με το νέομαι (ρέω), της ρίζας nas-.
  • nuance (= λεπτή διαφορά),
    από το λατινικό nubes (= νέφος), ομόρριζα.
  • nubile (= ελκυστικός, αρχικά «σε ηλικία γάμου»),
    από το λατινικό nubo (= νύμφη), ↔ νυός (νύφη), της ρίζας snewbh- (= νυμφεύομαι). Η συγγενής ρίζα (s)newdh- (= καλύπτω) έχει δώσει τα νέφος / σύννεφο, nubes στα λατινικά.
  • nuclear, nucleic (= πυρηνικός),
    από τη λατινική nucula, υποκοριστικό του nux, γεν. nucis = καρύδι, κατά μια εκδοχή από το νύσσω (αρχικά σπάζω, κτυπώ, κυρίως όμως τρυπώ).
  • nude (= γυμνός),
    λέξεις ομόρριζες, από τις παλαιότερες μορφές νυγνός / γδυμνός, της ρίζας nogw-.
  • nuisance (= μπελάς),
    από το λατινικό noceo (= βlάπτω), όπως το noxious.
  • null (= μηδενικός, άκυρος),
    από nude (= γυμνός).
  • numb (= αναισθητοποιώ, μουδιασμένος),
    της ρίζας nem- (= διαιρώ, ορίζω) των νέμω (βόσκω), νόμος.
  • numen (= θείο πνεύμα),
    αυτούσια η λατινική λέξη (= θεϊκή θέληση, νοούμενον), ↔ νεύω, νοώ, της ρίζας neu-2.
  • numerous (= πολυάριθμος),
    της ρίζας nem- (= νέμω).
  • numinous (= υπερκόσμιος),
    όπως το numen.
  • nuncio (= νούντσιος),
    της ρίζας neu- (= φωνάζω), ↔ νεύω.
  • nutrio (= ενυδρίς, βύδρα),
    της ρίζας wed- (= υγρός), ↔ water, δεν έχει σχέση με nutrition αλλά με otter.
  • nyctalopia (= νυκταλωπία),
    λέξη τριών συστατικών: από τη νύχτα (νυξ, στα λατινικά nox, ↔ night, της ρίζας nekwt-) + αλαός (τυφλός, από α-+ λάω = βλέπω), + ρίζα op- (= βλέπω).
  • nycthemeral (= κιρκαδιανός),
    από το νυχθημερόν.
No Comments