Ν

  • Ναίω = κατοικώ (μετανάστης) ↔ νέομαι
  • νάσσω = πιέζω ↔ epinasty
  • νάω = ρέω, κολυμπώ ↔ supernatant
  • νέκυς = νεκρός ↔ pernicious
  • νέομαι = ρέω, επιστρέφω ↔ nostalgia, nose (πιθανώς)
  • νέποδες = απόγονοι ↔ nepotism
  • νέω = γνέθω ↔ nematic
  • νέω = πλέω ↔ natation
  • νέω = συσσωρεύω ↔ connect
  • νήθω = γνέθω ↔ needle
  • νήφω = είμαι νηφάλιος ↔ sober
  • νήχομαι = επιπλέω, κολυμπώ ↔ knot
  • νίζω = λάμπω ↔ neat
  • νίφω = χιονίζω ↔ snow
  • νυός = νύφη ↔ nubile
  • νωλεμές = αδιαλείπτως ↔ lame
No Comments