W

  • Waddle / wade (= περπατώ, προχωρώ),
    από το λατινικό vado (= βαδίζω). Τα σύγρονα λεξικά, σε αντίθεση με παλαιότερα, δεν αναφέρουν την οφθαλμοφανή συγγένεια των vado και βαδίζω, ↔ βαίνω, βαθμός.
  • wafer (= βάφλα, ηλεκτρονικό εξάρτημα με μορφή δισκίου),
    από weave (= υφαίνω), ομόρριζα.
  • wag (= κουνάω),
    ↔ όχος (όχημα), οχέω / οχέω (κινώ, μεταφέρω), έχω, της ρίζας wegh-.
  • wagon (= βαγόνι),
    αρχαία γερμανική λέξη (= επιπλέω), όπως το wag.
  • wail (= θρηνώ),
    ↔ ουαί.
  • wain (= κάρο),
    όπως το wag.
  • waist (= μέση),
    της ρίζας aug-1 (= αυξάνω).
  • wale (= κουπαστή, όχθη),
    της ρίζας wel-3 (= στρέφω), ↔ έλιξ, wall.
  • walk (= περπατώ),
    λέξη που προέκυψε από δύο γερμανικά ρήματα: της ρίζας welk- (= έλκω), ↔ αύλαξ, αλυσίδα + της ρίζας wel-3 (= στρέφω), βλ. wall.
  • wall (= τείχος, τοίχος),
    από τα λατινικά vallum (= τοίχος), vallus (= πάσσαλος), από ειλέω / ελύω, ↔ έλιξ, ειλεός, ileus, έλμινς, της ρίζας wel-3 (= στρέφω).
  • wallet (= πορτοφόλι),
    από το λατινικό volvo (= περιστρέφομαι), ↔ έλιξ.
  • wallow (= κυλιέμαι),
    της ρίζας wel-3 (= περιστρέφομαι), ↔ έλιξ.
  • waltz (= βαλς),
    της ρίζας wel-3 (= περιστρέφoμαι), ↔ έλιξ, ειλέω.
  • wand (= ραβδί),
    όπως το wander.
  • wander (= περιπλανώμαι),
    ↔ wind, στα λατινικά ventus, μέσω μιας περιπετειώδους διαδρομής που ξεκινά από τα άημι / αήρ και αίνω (λιχνίζω), των ριζών we- / wend- (= πνέω / στρέφω). Από εδώ προήλθαν η βεντούζα κι ο ανεμιστήρας, fan.
  • wane (= ελαττώνομαι),
    όπως το vain.
  • want. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις, ουσιαστικό και ρήμα, νορβηγικής προέλευσης, αλλά της ίδιας ρίζας eue-, όπως στο vacuum. Η πρώτη σημαίνει «έλλειψη», ενώ η δεύτερη «θέλω, μου λείπει».
  • wanton (= ακόλαστος, αναίτιος),
    σύνθετη λέξη της οποίας το πρώτο συστατικό, σημαίνει «έλλειψη», της ρίζας eue- (= εγκαταλείπω), βλ. vain, ενώ το δεύτερο σχετίζεται με το tug, από το duco.
  • ward (= φύλακας, θάλαμος, προστατεύω),
    ομόρριζο του guard, της ρίζας wer-3 (= ορώ, αντιλαμβάνομαι), ↔ ούρος, με παράγωγα όπως θυρωρός, φρουρός και το επιφώνημα βάρδα (πρόσεχε!), από το βενετσιάνικο varda και το ιταλικό guardo.
  • -ward (= προς τα εμπρός, ως επίθημα),
    όπως το ward.
  • warfare (= πόλεμος, εχθροπραξίες),
    από war (γερμανικής προέλευσης) + fare, βλ. farewell.
  • warm (= ζεστός),
    ↔ θερμός και το λατινικό fornax (= φούρνος).
  • warn (= προειδοποιώ),
    της ρίζας wer-5 (= καλύπτω), ↔ γαρνίρω.
  • warp (= σκεβρώνω),
    της ρίζας wer-2 (= στρέφω).
  • warren (= λαγούμι, λαβύρινθος),
    της ρίζας wer-5 (= καλύπτω), ↔ γκαραντί, guarantee.
  • wary (= διστακτικός),
    από το λατινικό vereor (= σέβομαι), ↔ ορώ.
  • was (= ήμουν),
    της ρίζας wes- (= κατοικώ), ↔ άστυ.
  • wash (= πλένω),
    όπως το water.
  • waste (= σπαταλώ, απόβλητα),
    από το λατινικό vastus (= άδειος, απέραντος), ↔ εάω / εώ (αφήνω, αδιαφορώ), της ρίζας eue-.
  • water (= νερό),
    της ρίζας wed- (= υγρός), ↔ ύδωρ, wash, whiskey,winter, βότκα και το λατινικό unda (= κύμα).
  • wave (= κύμα),
    της ρίζας wegh- (= κινούμαι), ↔ όχημα.
  • waver (= ταλαντεύομαι, διστάζω),
    της ρίζας webh- (= υφαίνω).
  • wax (= μεγαλώνω),
    από το αύξω, της ρίζας aug-. Στα ομόρριζα συγκαταλέγονται τα August, auction, augment, author, auxiliar, waist, eke. Η ίδια λέξη, wax, είναι γερμανικής προέλευσης (Wachs) και σημαίνει τον κηρό, τη χημική ουσία.
  • way (= δρόμος),
    από το λατινικό via (= οδός), της ρίζας wegh- (= πηγαίνω), ↔ wave, Traviata (= παρασυρμένη, από trans + via).
  • weak (= ασθενής),
    ↔ είκω (επιτρέπω, παράγωγο η επιείκεια), που είναι διαφορετικό του είκω (φαίνομαι όμοιος) της εικόνας, της ρίζας weik-3 (= μοιάζω). Εναλλακτικά από τη ρίζα weik-2 (= στρέφω), ↔ vicarious. Σημειώνεται ότι η ρίζα weik- έχει πέντε υποδιαιρέσεις.
  • weal. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «αγαθό», από will (= θέληση, διαθήκη),
    της ρίζας wel-2 (= εύχομαι), ↔ έλπος, ελπίζω. Η δεύτερη είναι παραλλαγή της wale.
  • wealth (= πλούτος),
    όπως το weal #1.
  • wear (= φορώ),
    της ρίζας eu- (= ενδύω), ↔ εσθής, αμφίεση, invest.
  • weary (= κουρασμένος),
    από το αρχαίο ωρακιάω (ζαλίζομαι).
  • weave. Πρόκειται για δύο διαφορετικά ρήματα: το πρώτο (= υφαίνω) είναι της ρίζας webh-, ↔ υφή, ενώ το δεύτερο
    (= πηγαίνω ζιγκ-ζαγκ) είναι ομόρριζο του vibrate.
  • wed (= παντρεύομαι),
    από το λατινικό vas, vadis (= ασφάλεια), σε συνδυασμό με το vado (= βαίνω, πηγαίνω), της ρίζας wedh- / wadh- (= υπόσχεση, δεσμεύομαι), ↔ έεδνα (γαμήλιο δώρο).
  • Wednesday (= Τετάρτη),
    από τους γερμανικούς θεούς Odin, Wotan, της ρίζας wet- (= φυσώ, εμπνέω), ↔ άω, άημι (= φυσώ), αυλή, ατμός.
  • wee (= μικροσκοπικός),
    της ρίζας wegh- (= κινούμαι), ↔ έχω.
  • weep (= κλαίω),
    από το λατινικό vapulo (= κτυπώ), ↔ απαλός (δασυνόμενη λέξη), της ρίζας wab-.
  • weigh (= ζυγίζω),
    της ρίζας wegh- (= πηγαίνω), ↔ όχημα, οχυρό, έχω.
  • weir (= φράγμα),
    της ρίζας wer-3 (= καλύπτω).
  • weird (= παράξενος),
    από το αρχαίο αγγλικό wyrd (= πεπρωμένο), γερμανικής καταγωγής, της ρίζας wer-2 (= στρίβω, λυγίζω), βλ. awry.
  • welcome (= καλοσωρίζω),
    από will (= ευχή, ευχαρίστηση), της ρίζας wel-2, ↔ ελπίς + come (= έρχομαι), της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω.
  • weld (= λιώνω),
    από το well #1.
  • welfare (= ευημερία),
    από well + fare (= πηγαίνω), της ρίζας per-2 (= οδηγώ, περνώ), του πόρου.
  • well. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «αναβλύζω, πηγάδι», της ρίζας wel-3 (= περιστρέφομαι),
    ↔ έλιξ. Η δεύτερη είναι το γνωστό επίρρημα που σχετίζεται με το will.
  • welter (= κυλιέμαι),
    όπως το well #1.
  • wet (= υγρός),
    όπως το water.
  • whale (= φάλαινα),
    από το λατινικό squalus (= καρχαρίας), πιθανώς ↔ άσπαλος (αρχαίο ψάρι) ή από το λατινικό caligo (= ομίχλη), ↔ κελαινός (σκούρος).
  • wharf (= αποβάθρα),
    της ρίζας kwerp- (= περιστρέφομαι), ↔ κάρτος (καρπός χεριού).
  • wheel (= τροχός),
    της ρίζας kwel-1 (= κυκλικός, περιστροφικός), ↔ κολλάρο, pulley, culture.
  • whelm (= πλημυρίζω),
    της ρίζας kuolp- / kwelp- (= σχηματίζω καμάρα), βλ. gulf.
  • where (= όπου),
    της ρίζας qwo- / qwi-, ↔ ποίος.
  • whet (= ακονίζω),
    από το αρχαίο θήγω, της ρίζας kwed- (= ακονίζω), βλ. hone.
  • whetstone = (ακόνι), από whet + stone
    (= πέτρα).
  • whip (= μαστίγιο),
    της ρίζας webh-, ↔ υφή.
  • whisk(e)y (= ουίσκι),
    σύνθετη λέξη για το «νερό της ζωής», από τις ρίζες wed-1 (= ύδωρ) + gwei- (= βίος, ζωή).
  • whittle (= σκαλίζω),
    της ρίζας twei- (= ανακινώ), ↔ σεισμός.
  • wholesome (= ολόκληρος),
    από όλος + -some, της ρίζας sem-1, ↔ same, simple, όμοιος.
  • whore (= πόρνη),
    της ρίζας ka-, όπως το caress.
  • wick. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «φάρμα», της ρίζας weik-1 (= οίκος). Η δεύτερη σημαίνει «φιτίλι» και είναι γερμανικής προέλευσης,
  • wide (= ευρύς),
    από το λατινικό vito, όπως το inevitable.
  • wield (= κατέχω),
    της ρίζας wal- (= είμαι ισχυρός), ↔ valiant, θάλλω.
  • wig (= περούκα),
    από periwig και το ιταλικό perrucca, από το λατινικό pilus (= τρίχα), ↔ πίλημα (τσόχα), πίλος.
  • wiggle (= λίκνισμα),
    της ρίζας wegh- (= κινούμαι), ↔ έχω.
  • wight (= πρόσωπο),
    γερμανικής προέλευσης, αλλά τελικά της ρίζας aiw-, ↔ αιών, eon, (στα λατινικά aevum), medieval, primeval.
  • wild (= άγριος),
    γερμανικής προέλευσης, από το δάσος, Wald, που συνδέεται πιθανώς με το λάσιος (πυκνός).
  • will (= επιθυμία, διαθήκη, θέληση),
    από το λατινικό volo (= ελπίζω, επιθυμώ), γερμανικής προέλευσης, ↔ έλπω, ελπίς, βούλομαι, βούληση, της ρίζας wel-2.
  • willing (= πρόθυμος),
    όπως το will.
  • willow (= ιτιά),
    της ρίζας wel-3 (= περιστρέφω), ↔ έλιξ, ειλέω.
  • wine (= οίνος),
    από το λατινικό vinum, όλα ομόριζα, της ρίζας woin-o-.
  • wing (= πτέρυγα),
    της ρίζας we- (= φυσώ), ↔ wander, wind, άημι.
  • winter (= χειμώνας),
    όπως το water.
  • wipe (= καθαρίζω),
    της ρίζας webh-, ↔ υφή.
  • wire (= σύρμα),
    της ρίζας wei- (= στρέφω), ↔ ις, ίτυς ( χείλος, κύκλος), ιτιά, Ίρις, βίδα και το λατινικό vitis (= άμπελος), της ρίζας wei- (= στρέφω).
  • wisdom (= σοφία),
    της ρίζας weid- του ορώ, άρα γνωρίζω, δια της γερμανικής οδού.
  • wise (= σοφός),
    όπως το wisdom. Ως επίθημα αποτελεί συστατικό πολλών επιρρημάτων, π.χ. clockwise (= με τη φορά των δεικτών του ρολογιού), με αναφορά σε τρόπο, είδος, π.χ. κίνησης.
  • wit (= πνεύμα, σπιρτάδα),
    όπως το wise.
  • with (= με, μακράν),
    συγγενές της ρίζας wi-tero (= πιο ξεχωριστά), παραγώγου της weidh-, βλ. dividend.
  • withe (= βέργα, πλέκω),
    από το λατινικό vieo (= τυλίγω, λυγίζω), όπως το wire.
  • wizard (= μάγος, αρχικά σοφός),
    της ρίζας weid- του video.
  • wobble (= κουνιέμαι),
    της ρίζας webh- (= υφαίνω).
  • woe (= θρηνώ),
    ↔ ουαί.
  • wold (= χερσότοπος),
    όπως το wild.
  • wolf (= λύκος),
    ↔ λατινικό lupus, της ρίζας wlkwo- που έχει ανιχνευθεί στην Υρκανία (στα αρχαία περσικά η «χώρα των λύκων», παρά την Κασπία).
  • womb (= μήτρα),
    της ρίζας gwrem- (= δηλώνει όγκο), ↔ δελφύς (μήτρα), αδελφός.
  • wonder (= θαυμάζω),
    από το γερμανικό wunder, από το αρχαίο αθρέω (παρατηρώ), της ρίζας wendh-.
  • wood (= παράφρων),
    λέξη διαφορετική από το wood (= ξύλο), σχετίζεται με Wednesday.
  • work (= εργάζομαι, έργο),
    της ρίζας werg- (= κάνω), ↔ energy, έργω (εργάζομαι), ειρκτή, ρέζω (πράττω), ρέκτης (δραστήριος), έρκος, όρος, όργιο, όργανο, Γεώργιος.
  • world (= κόσμος). Σύνθετη λέξη από τη γερμανική Wer
    (= άνδρας), της ρίζας wi-ro- (= ανήρ, ανδρός) + τη ρίζα al-2 (= τρέφω, αυξάνω) των αλδαίνω / αλθαίνω (αυξάνω, τρέφομαι).
  • worm (= σκουλήκι),
    από το λατινικό vermis, ↔ ρόμος (σαράκι), της ρίζας wer-2 (= στρίβω, λυγίζω), βλ. awry.
  • worn (= φθαρμένος, τριμμένος),
    όπως το wear.
  • worry (= στενοχωριέμαι),
    της ρίζας wer-2 (= στρέφω).
  • worship (= λατρεύω),
    της ρίζας wer-2 (= στρέφω), ↔ ράβδος, ράπτω, ρόμβος, άρρατος, ρατάνη, βλ. awry. Το δεύτερο συστατικό, -ship, σχετίζεται με τη ρίζα (s)kep- για λέξεις που αναφέρονται σε κοπή, ↔ shape (= σχήμα), σκάπτω.
  • wort (= χόρτο, εκχύλισμα βύνης),
    της ρίζας wrad- που σημαίνει όχι μόνο τη ρίζα / radix, αλλά και τον κλάδο, ↔ βρίσδα (αιολική διάλεκτος της ρίζας), βρίζα (σίκαλη).
  • worth (= αξία),
    όπως το worship.
  • wound (= τραυματίζω),
    από την ωτειλή (τραύμα), του ουτέω (τραυματίζω), δια της γερμανικής οδού.
  • wrack (= ναυάγιο),
    όπως το urge.
  • wrangle (= τσακώνομαι),
    της ρίζας wer-2 (= περιστρέφω, λυγίζω), ↔ ρατάνη.
  • wrap (= τυλίγω),
    της ρίζας wer-2 (βλ. wrangle) ή από lap (= τυλίγω) του λάπτω.
  • wrath (= οργή),
    όπως το worship.
  • wreak (= προκαλώ),
    όπως το urge.
  • wreath (= στεφάνι),
    όπως το wrangle.
  • wreck (= ναυάγιο),
    όπως το urge.
  • wrench (= γαλλικό κλειδί),
    όπως το wrangle.
  • wriggle (= στριφογυρίζω),
    όπως το wrangle.
  • wright (= ορθός),
    της ρίζας werg- (= κάνω), ↔ έργο.
  • wring (= συστρέφω),
    της ρίζας wer-2 (= στρέφω).
  • wrinkle (= ρυτίδα),
    όπως το wreath.
  • writhe (= σφαδάζω, συστρέφομαι),
    της ρίζας wer-2.
  • wrong (= εσφαλμένος, λάθος),
    της ρίζας wer-2 (= στρίβω, λυγίζω), βλ. awry.
  • wrought (= σφυρήλατος),
    όπως το work.
  • wry (= καυστικός, στρεβλός),
    της ρίζας wer-2 ή wreik- (= περιστρέφομαι), ↔ ροικός (κυρτός, σκολιός), δια της γερμανικής οδού, βλ. awry.
No Comments